Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας Mentor – L&B Coach
Υπάρχει εκείνο το φως του σπιτιού που δεν είναι ούτε μέρα ούτε νύχτα. Το αφήνεις όπως είναι, γιατί δεν έχεις κουράγιο να ανάψεις όλα τα φώτα, αλλά δεν θες και να μείνεις στο σκοτάδι. Στο τραπέζι ένα ποτήρι νερό που δεν ήπιες, δίπλα τα κλειδιά που άφησες όπως-όπως. Το κινητό ανάβει, σβήνει, ανάβει ξανά. Ένα μήνυμα που δεν απαντήθηκε. Ένα «είσαι καλά;» που σου βγαίνει σχεδόν από συνήθεια.
«Είσαι καλά;»
«Καλά…»
Και κάπως έτσι τελειώνει η κουβέντα πριν αρχίσει. Όχι επειδή λείπει η πρόθεση, ούτε επειδή δεν υπάρχει αγάπη ή καλή διάθεση. Είναι άλλο αυτό που λείπει. Λείπει η καθαρότητα μέσα στον άνθρωπο. Εκείνο το μικρό φως που κάνει το μέσα να φαίνεται αρκετά, ώστε να μην ξεχειλίζει προς τα έξω.
Δεν μπερδευόμαστε επειδή δεν ξέρουμε. Μπερδευόμαστε επειδή δεν προλαβαίνουμε να ονομάσουμε τι συμβαίνει μέσα μας. Η μέρα τρέχει, τα αιτήματα πολλαπλασιάζονται, και εμείς συνεχίζουμε να απαντάμε με τον ίδιο τόνο που είχαμε πριν από τρεις ώρες—χωρίς να έχουμε δει τι άλλαξε στο σώμα, στην αντοχή, στη διάθεση. Και τότε τα πράγματα θολώνουν. Όχι από έλλειψη νοημοσύνης, αλλά από έλλειψη χώρου.
Στη σχέση αυτό φαίνεται πιο γρήγορα, γιατί εκεί ένα μισό βλέμμα γίνεται ιστορία. Ένα βράδυ, στην κουζίνα, ένα «δεν μου είπες» ακούγεται σαν κατηγορία. Το άλλο στόμα ανοίγει έτοιμο να απαντήσει—λίγο πιο δυνατά, λίγο πιο κοφτά. Και για μια στιγμή, σαν να πάτησε κάποιος φρένο, υπάρχει ένα δευτερόλεπτο σιωπής. Όχι παγωμάρας. Ένα δευτερόλεπτο χώρου.
«Δεν είναι ότι δεν σε άκουσα…» λες. «Είναι ότι είμαι γεμάτος. Και φοβάμαι πως αν μιλήσω τώρα, θα βγει λάθος.»
Δεν είναι η τέλεια πρόταση. Είναι όμως αληθινή. Και αρκεί για να μη γίνει η ένταση ταυτότητα, για να μη γίνει ένα λεπτό ολόκληρη βραδιά.
Στη δουλειά, η θολούρα εμφανίζεται αλλιώς. Δεν φωνάζει. Κρύβεται. Η καρέκλα τρίζει λίγο όταν κάθεσαι, ο ώμος είναι σφιγμένος χωρίς να το καταλάβεις, το βλέμμα κολλάει στην οθόνη σαν να ψάχνει από πού να πιαστεί. Είναι η αναβλητικότητα που μοιάζει τεμπελιά, αλλά είναι κάτι πιο συγκεκριμένο: φόρτος, φόβος, κούραση, ένα κεφάλι που δεν μπορεί να σηκώσει άλλο «μεγάλο πράγμα». Ανοίγεις ένα αρχείο, το κλείνεις. Σηκώνεσαι για νερό. Επιστρέφεις. Θες να κάνεις δέκα emails—και τελικά δεν κάνεις κανένα.
Και κάποια στιγμή, χωρίς θόρυβο, αλλάζει κάτι μικρό. Αντί να απαιτήσεις από τον εαυτό σου όλο το βουνό, του δίνεις ένα βήμα.
«Θα γράψω μόνο την πρώτη πρόταση.»
Ή: «Θα στείλω ένα email, όχι δέκα.»
Ή: «Θα ανοίξω το έγγραφο και θα βάλω τίτλο.»
Δεν είναι χαμηλός πήχης. Είναι καθαρότητα. Είναι μια επιλογή που ταιριάζει με την πραγματική σου αντοχή εκείνη τη στιγμή. Και όταν ταιριάζει, προχωράει.
Στην οικογένεια και στις φιλίες, η θολούρα βγαίνει συχνά σαν απότομη απάντηση. Κάποιος λέει κάτι απλό—«θα αργήσεις;»—κι εσύ απαντάς σαν να σε κατηγόρησε. Μετά από μισή ώρα, όταν η ένταση έχει φύγει, μένει ένα βάρος. Όχι για τον άλλον. Για σένα.
Την επόμενη μέρα, στο ασανσέρ ή στο πεζοδρόμιο, βρίσκεις τον άνθρωπο και λες κάτι μικρό, χωρίς δράμα:
«Μίλησα απότομα χθες. Δεν ήσουν εσύ. Ήμουν εγώ που ήμουν φορτωμένος και δεν το είδα εγκαίρως.»
Δεν ζητάς συγγνώμη σαν τελετή. Το λες σαν διόρθωση πορείας. Σαν να καθαρίζεις ένα τζάμι για να βλέπεις.
Αν υπήρχε μία πρόταση-φακός να πέσει πάνω σε όλα αυτά, θα ήταν κάτι τέτοιο:
Αν έδινες όνομα σε αυτό που συμβαίνει μέσα σου, θα άλλαζε ο τρόπος που μιλάς;
Γιατί όταν ο άνθρωπος γίνεται λίγο πιο καθαρός μέσα του, γίνεται πιο ήσυχος έξω του. Δεν χρειάζεται να «φτιάξει» τη ζωή του σε μια μέρα. Χρειάζεται να δει τι κουβαλάει, πριν το ακουμπήσει στους άλλους.
Και τότε επιστρέφεις πάλι στην αρχική σκηνή. Το τραπέζι όπως το άφησες. Το κινητό που ανάβει, σβήνει. Το μήνυμα που περιμένει. Τα κλειδιά δίπλα στο ποτήρι. Τίποτα δεν άλλαξε έξω—κι όμως κάτι έχει αλλάξει μέσα: υπάρχει λίγο περισσότερος χώρος ανάμεσα σε αυτό που συμβαίνει και σε αυτό που θα πεις.
Δεν είναι checklist. Είναι μια ανοιχτή σκέψη που μπορεί να σε κρατήσει: μήπως η επόμενη σου κίνηση δεν χρειάζεται να είναι πιο δυνατή; Μήπως χρειάζεται να είναι πιο καθαρή;
«Η καθαρότητα μέσα σου κάνει τις επιλογές σου πιο ήσυχες.»





