Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας Mentor – L&B Coach
Βγαίνει από το μετρό και περπατά γρήγορα, σχεδόν όπως περπατούν όλοι. Το σώμα προχωρά, αλλά κάτι μέσα του μένει λίγο πιο πίσω. Η μέρα έχει ήδη ξεκινήσει από νωρίς, με μηνύματα, σκέψεις, μικρές εκκρεμότητες, και τώρα μοιάζει σαν να τρέχει χωρίς να προλαβαίνει τον εαυτό του. Κάνει μερικά βήματα ακόμη και τότε, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, κάτι αλλάζει. Δεν είναι ότι απλώς περπατά. Για μια στιγμή, πατάει. Νιώθει τα πέλματα, το βάρος, το έδαφος κάτω του. Η αλλαγή είναι μικρή, σχεδόν αόρατη. Σαν να πέφτει μισός τόνος μέσα. Δεν άλλαξε η πόλη. Δεν άλλαξαν οι υποχρεώσεις. Άλλαξε όμως κάτι πιο βασικό: η στάση. Μερικές φορές, το κοντά ξεκινά από το κάτω.
Έχουμε συνηθίσει να φανταζόμαστε τη γείωση σαν κάτι που χρειάζεται ιδανικές συνθήκες. Ένα ήσυχο τοπίο, λίγη φύση, χρόνο, απόσταση από την πόλη. Κι όμως, πολλές φορές συμβαίνει μέσα ακριβώς στην πόλη. Σ’ ένα δέντρο που βγήκε δίπλα από το πεζοδρόμιο. Σε μια γλάστρα σ’ ένα μπαλκόνι που για λίγο σηκώνεις το βλέμμα και τη βλέπεις. Σ’ ένα παγκάκι. Σ’ ένα μικρό κομμάτι χώμα στο πάρκο. Ακόμη και σε μια πέτρα που πιάνεις για λίγο στο χέρι. Δεν είναι το τοπίο που κάνει τη διαφορά. Είναι το στοιχείο. Η υφή. Το βάρος. Η θερμοκρασία. Η αίσθηση της επαφής.
Ακουμπά για δέκα δευτερόλεπτα τον κορμό ενός δέντρου στην άκρη του δρόμου. Τόσο απλό. Και μετά, σχεδόν σαν να το θυμάται από κάπου παλιότερα, αφήνει μια εκπνοή λίγο πιο αργή. Τίποτα σπουδαίο δεν συμβαίνει απ’ έξω. Μέσα όμως κάτι κατεβαίνει. Η γείωση δεν θέλει ιδανικό μέρος. Θέλει μία στιγμή αλήθειας.
Αργότερα, μέσα στη μέρα, έρχεται μια άλλη στιγμή. Ένα μήνυμα με τόνο που “τσιμπάει”. Ένα παράπονο. Μια φράση που θα μπορούσε εύκολα να τον σηκώσει αμέσως σε άμυνα. Το παλιό μοτίβο είναι γνώριμο: απάντηση γρήγορη, λίγο κοφτή, με εκείνη την ανάγκη να εξηγήσει, να αμυνθεί, να κερδίσει κάτι που στην πραγματικότητα δεν είναι καν νίκη.
Μόνο που αυτή τη φορά δεν απαντά αμέσως. Κάνει μια μικρή παύση. Όχι από τις σιωπές που τιμωρούν. Από εκείνες που κρατούν λίγο τον άνθρωπο μέσα του. Νιώθει τα πέλματά του στο πάτωμα. Αφήνει το βάρος να πέσει προς τα κάτω. Οι ώμοι χαμηλώνουν λίγο. Και τότε μιλά αλλιώς.
Όχι πιο “ωραία”. Πιο καθαρά.
Δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με την ψυχραιμία του, ούτε να φανεί καλύτερος. Απλώς δεν μιλά πια σαν να απειλείται ολόκληρος από μία φράση. Όταν πατάς, δεν απαντάς για να αμυνθείς. Απαντάς για να σταθείς.
Και μετά από τέτοιες στιγμές, μένει συχνά κάτι ακόμη. Η αίσθηση ότι το σώμα σε βοήθησε να μη χαθείς, αλλά υπάρχει ανάγκη και για ένα στήριγμα λίγο πιο βαθύ. Κάτι που να μη μετακινείται τόσο εύκολα όσο η διάθεση ή η ένταση της στιγμής. Εκεί εμφανίζεται ήσυχα η ρίζα.
Όχι σαν νοσταλγία. Ούτε σαν επιστροφή σε κάτι παλιό που πρέπει να εξιδανικεύσεις. Ρίζα είναι αυτό που σε κρατά όταν χάνεις το πάτημά σου. Μπορεί να είναι μια αξία. Μπορεί να είναι το σπίτι σου. Μπορεί να είναι ένα “όχι” που έμαθες να λες αργά και δύσκολα. Μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που δίπλα του δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα.
Μερικές φορές αυτή η ρίζα χωρά σε μία πρόταση. «Με κρατά… η αξιοπρέπεια». Ή: «Με κρατά… ένας άνθρωπος που δεν χρειάζεται να με πείσω». Η πρόταση δεν λύνει μόνη της τη ζωή. Αλλά θυμίζει κάτι βασικό: ποιος είσαι όταν όλα μέσα σου πάνε να φύγουν προς όλες τις μεριές.
Το κοντά δεν είναι μόνο με τους άλλους· είναι πρώτα με το έδαφος του εαυτού. Όταν δεν πατάς, συχνά ζητάς από τους άλλους να σε κρατήσουν. Με νεύρα, με απαιτήσεις, με απόσταση, με μια ένταση που δεν ανήκει μόνο στη στιγμή. Όταν όμως πατάς, κάτι ανακουφίζεται. Η σχέση δεν χρειάζεται να σηκώσει όλο το βάρος της εσωτερικής σου αστάθειας. Υπάρχει λιγότερη ένταση, περισσότερη καθαρότητα, καλύτερο μέτρο. Και αυτό δεν είναι τεχνική. Είναι επιστροφή.
Ύστερα συνεχίζει τη μέρα του. Οι ίδιες διαδρομές, η ίδια πόλη, οι ίδιες δουλειές τον περιμένουν. Αλλά τώρα πατά.
Δεν χρειάζεται να φύγεις μακριά. Χρειάζεται να επιστρέψεις κάτω.
Η επαφή με τη γη μάς ξαναφέρνει κοντά.





