ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Λήψη άρθρων...
Header Scripts Init

Όταν η ελπίδα μάς δίνει φτερά να συνεχίσουμε

Δημοσίευση

Θέλεις να βλέπεις τα νέα του
thenewspaper.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:

Πρόσθεσε το thenewspaper.gr
στα αγαπημένα σου στη Google

Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας Mentor – L&B Coach

Ο Δημήτρης κάθεται στο γραφείο του λίγα λεπτά πριν ξεκινήσει η μέρα. Έχει ανοίξει τον υπολογιστή, αλλά δεν έχει ακόμη ακουμπήσει το πληκτρολόγιο. Το φως μπαίνει λοξά από το παράθυρο, ο καφές δίπλα του έχει αρχίσει να κρυώνει και πάνω στο ξύλο είναι απλωμένα δυο χαρτιά που κοιτάζει χωρίς να τα βλέπει πραγματικά. Δεν είναι από τις μέρες που νιώθει έτοιμος. Είναι από εκείνες τις μέρες που πρέπει πρώτα να πείσει λίγο τον εαυτό του να μείνει παρών.

Τον τελευταίο καιρό περνά δύσκολα. Όχι με τρόπο θεαματικό, όχι με κάτι που φαίνεται αμέσως σε όποιον τον συναντήσει. Περισσότερο με εκείνον τον αθόρυβο τρόπο που κουράζει βαθιά τον άνθρωπο. Σαν να ξυπνάς το πρωί και να σε περιμένει ήδη ένα βάρος πριν ακόμη φορέσεις τα ρούχα σου. Σαν να κάνεις όσα πρέπει, αλλά μέσα σου να νιώθεις πως κάτι παλεύει κάθε μέρα να μη βυθιστεί.

Κι όμως, ο Δημήτρης είναι εκεί. Στη θέση του. Με τον καφέ του. Με το βλέμμα λίγο χαμηλά και την πλάτη ίσια όσο χρειάζεται για να αρχίσει. Δεν έχει καμία μεγάλη βεβαιότητα για το πώς θα πάνε τα πράγματα. Δεν έχει κάποιο ξαφνικό κύμα αισιοδοξίας. Έχει όμως κάτι μικρό που επιμένει. Κάτι που δεν κάνει θόρυβο, αλλά δεν τον αφήνει να αφεθεί τελείως.

Ίσως αυτό να είναι τελικά η ελπίδα.

Όχι όπως τη φανταζόμαστε πολλές φορές. Όχι σαν μεγάλα λόγια, σαν ενθουσιασμό ή σαν μια εύκολη διαβεβαίωση ότι όλα θα πάνε καλά. Η ελπίδα, στις πιο αληθινές της μορφές, μοιάζει περισσότερο με τον Δημήτρη που κάθεται στο γραφείο του και, παρ’ όλο που είναι κουρασμένος, ανοίγει το πρώτο μήνυμα της ημέρας. Με ένα χέρι που πιάνει το στυλό χωρίς βεβαιότητα, αλλά το πιάνει. Με μια ανάσα που βαραίνει, αλλά συνεχίζει.

Έτσι φαίνεται συνήθως η ελπίδα. Σε μικρές, σχεδόν αθόρυβες κινήσεις.

Σε μια μητέρα που βάζει πρωινό στα παιδιά της ενώ το μυαλό της είναι γεμάτο λογαριασμούς και αγωνία. Σε έναν άνθρωπο που γυρίζει σπίτι αργά και, αντί να σωριαστεί μόνο μέσα στο σκοτάδι του, τηλεφωνεί σε έναν φίλο. Σε μια γυναίκα που τακτοποιεί λίγο την κουζίνα της όχι γιατί έχει δύναμη για όλα, αλλά γιατί δεν θέλει να παραδοθεί εντελώς στην ακαταστασία που έχει μπει και μέσα της. Σε έναν ηλικιωμένο που κατεβαίνει μέχρι το φαρμακείο, όχι μόνο για τα φάρμακά του, αλλά για να ακούσει και μια φωνή, να πει μια κουβέντα, να μη σβήσει από τη μέρα.

Τίποτε από αυτά δεν μοιάζει σπουδαίο όταν το λες γρήγορα. Κι όμως, εκεί κρύβεται συχνά η πιο αληθινή μορφή αντοχής.

Ο άνθρωπος που έχει ελπίδα δεν είναι άνθρωπος που δεν βλέπει. Είναι άνθρωπος που βλέπει πολύ καθαρά τι τον πονάει, αλλά δεν θέλει να δώσει σε αυτό όλη του τη ζωή. Δεν λέει ψέματα στον εαυτό του. Δεν στολίζει τη δυσκολία. Απλώς δεν συμφωνεί εσωτερικά με την κατάρρευση.

Ο Δημήτρης, εκείνο το πρωί στο γραφείο του, δεν νιώθει νικητής. Δεν νιώθει καν δυνατός. Νιώθει όμως ότι δεν θέλει να τελειώσει από μέσα του. Και αυτή η διαφορά είναι τεράστια. Άλλο να είσαι καλά κι άλλο να αρνείσαι να παραδώσεις τον εαυτό σου στη δυσκολία. Άλλο να έχεις λυμένη τη ζωή σου κι άλλο να συνεχίζεις να τη συναντάς, ακόμη κι όταν σε βαραίνει.

Γι’ αυτό και αλλάζουν τόσα πολλά μέσα στην καθημερινότητα όταν ο άνθρωπος δεν παραδίδεται εσωτερικά. Δεν γίνεται ξαφνικά χαρούμενος, ούτε παύει να πονά. Αλλά συνεχίζει να φροντίζει μικρά πράγματα. Να απαντά. Να μιλά. Να πηγαίνει στη δουλειά του. Να πίνει έναν καφέ με κάποιον. Να ανοίγει ένα παράθυρο. Να βάζει λίγο τάξη σε μια γωνιά του σπιτιού του. Να σηκώνεται και την επόμενη μέρα.

Και αυτές οι μικρές πράξεις δεν είναι ασήμαντες. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η ζωή δείχνει ότι δεν έχει σταματήσει να κυκλοφορεί μέσα του.

Ίσως γι’ αυτό λέμε καμιά φορά πως η ελπίδα μάς δίνει φτερά. Όχι γιατί μας πετά ξαφνικά έξω από όσα ζούμε. Όχι γιατί μας βγάζει μαγικά πάνω από τον πόνο. Αλλά γιατί μας δίνει εκείνη τη μικρή εσωτερική ανύψωση που χρειάζεται για να μη σερνόμαστε από μέσα μας. Μας δίνει λίγο αέρα. Λίγο χώρο. Μια μικρή απόσταση από το βάρος, ώστε να μπορούμε να κάνουμε το επόμενο βήμα.

Ο Δημήτρης, ύστερα από λίγα λεπτά, παίρνει μια βαθιά ανάσα, τραβά το πρώτο χαρτί προς το μέρος του και αρχίζει. Όχι επειδή λύθηκαν όλα. Όχι επειδή ξαφνικά πίστεψε ότι όλα θα πάνε όπως θέλει. Αρχίζει γιατί κάτι μέσα του εξακολουθεί να λέει πως η σημερινή μέρα αξίζει να συναντηθεί. Κι αυτό, μερικές φορές, είναι αρκετό.

Γιατί τελικά η ελπίδα δεν φαίνεται σαν θρίαμβος.

Φαίνεται σαν έναν άνθρωπο που συνεχίζει.