ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Λήψη άρθρων...
Header Scripts Init

Όταν η αισιοδοξία γίνεται τρόπος ζωής

Δημοσίευση

Θέλεις να βλέπεις τα νέα του
thenewspaper.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:

Πρόσθεσε το thenewspaper.gr
στα αγαπημένα σου στη Google

Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας Mentor – L&B Coach

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν περιμένουν πια τίποτε εύκολα. Πριν ακόμη συμβεί κάτι, έχουν ήδη πάει μέσα τους στο δύσκολο. Στο τι μπορεί να στραβώσει. Στο τι θα τους κουράσει. Στο τι μπορεί να τους διαψεύσει. Δεν το λένε πάντα δυνατά. Φαίνεται όμως στον τρόπο που αναστενάζουν πριν ανοίξουν ένα μήνυμα, στον τρόπο που κοιτούν μια καινούργια μέρα, στον τρόπο που στέκονται λίγο πιο σφιγμένοι απέναντι σε οτιδήποτε δεν ελέγχουν.

Έτσι ήταν κι η Χριστίνα. Καθόταν στο μπαλκόνι με τον καφέ της, νωρίς το πρωί, πριν βγει για τη δουλειά. Η πόλη κάτω ξυπνούσε σιγά σιγά, αλλά ο δικός της νους είχε ήδη ξυπνήσει αλλού. Είχε πάει πρώτα στην πίεση της ημέρας, σε μια εκκρεμότητα που την βάραινε, σε μια συζήτηση που φοβόταν, σε εκείνο το γνώριμο εσωτερικό σφίξιμο που της ψιθύριζε ότι μάλλον πάλι κάτι δεν θα πάει καλά. Δεν ήταν ότι η ζωή της ήταν μόνο δύσκολη. Ήταν πως είχε μάθει να την περιμένει έτσι.

Και αυτό, πολλές φορές, δεν συμβαίνει από χαρακτήρα. Συμβαίνει από συνήθεια. Από επανάληψη. Από τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος έχει μάθει να σκέφτεται για χρόνια. Αν έχει πιεστεί, αν έχει απογοητευτεί, αν έχει κουραστεί πολύ, τότε ο νους του αρχίζει να πηγαίνει μόνος του πρώτα στο σκοτεινό. Σαν να θέλει να τον προστατεύσει. Σαν να του λέει: «Ας προετοιμαστούμε για το δύσκολο, για να μην πέσουμε από ψηλά».

Μόνο που έτσι, σιγά σιγά, δεν προστατεύεται μόνο. Κλείνει κιόλας.

Γιατί η ματιά προς τη ζωή διαμορφώνεται μέσα από συνήθειες σκέψης. Από τον τρόπο που ξεκινάς τη μέρα σου. Από τις φράσεις που λες στον εαυτό σου. Από το πού πηγαίνει πρώτο το βλέμμα σου όταν συμβαίνει κάτι. Αν κάθε φορά πηγαίνει στο αρνητικό, στην απειλή, στο χειρότερο σενάριο, τότε αυτή η διαδρομή γίνεται γνωστός δρόμος. Και ο γνωστός δρόμος, όσο κι αν σε κουράζει, πάντα βρίσκεται πιο εύκολα.

Η Χριστίνα δεν το κατάλαβε σε μία μέρα. Το κατάλαβε αργά, όταν άρχισε να βλέπει ότι σχεδόν τίποτα δεν περνούσε πια από μέσα της χωρίς να σκοτεινιάσει πρώτα λίγο. Ένα νέο άνοιγε με φόβο. Μια κουβέντα ξεκινούσε με άμυνα. Μια πιθανότητα ερχόταν μαζί με επιφύλαξη. Σαν να είχε μάθει να ζει με μισό βήμα πίσω από τη ζωή της.

Κι όμως, οι αλλαγές δεν ήρθαν μέσα από κάτι μεγάλο. Ήρθαν σιγά σιγά, σχεδόν αθόρυβα. Από μια μικρή παύση πριν από το βιαστικό συμπέρασμα. Από μια πιο ήπια φράση προς τον εαυτό της. Από την απόφαση να μη θεωρεί κάθε δυσκολία απόδειξη ότι όλα πηγαίνουν άσχημα. Από το να προσέχει λίγο περισσότερο και ό,τι παρέμενε καλό, ήσυχο, σταθερό.

Άρχισε, ας πούμε, να μη ρωτά μόνο «τι δεν πάει καλά;», αλλά και «τι υπάρχει εδώ που δεν το βλέπω ακόμη;». Άρχισε να καταλαβαίνει ότι άλλο να βλέπεις καθαρά τη δυσκολία κι άλλο να της παραχωρείς όλο το σπίτι μέσα σου. Άρχισε να αφήνει λίγο χώρο και σε μια καλή κουβέντα, σε μια μικρή χαρά, σε μια στιγμή που δεν βάραινε.

Δεν έγιναν όλα ρόδινα. Δεν εξαφανίστηκαν τα προβλήματα. Δεν ξύπνησε μια μέρα άλλος άνθρωπος.

Άλλαξε όμως ο εσωτερικός τόνος.

Και αυτό είναι πιο σημαντικό απ’ όσο φαίνεται.

Γιατί η αισιοδοξία δεν είναι επιπολαιότητα. Δεν είναι να γελάς με όλα ή να κάνεις πως δεν βλέπεις την αλήθεια. Είναι ώριμη επιλογή. Είναι να βλέπεις τι υπάρχει, να μην το ωραιοποιείς, αλλά και να μην το αφήνεις να γίνει η μόνη ερμηνεία. Είναι να μη μιλάς για τη ζωή σου μόνο με τη γλώσσα της απογοήτευσης.

Αυτό είναι ωριμότητα. Όχι να περιμένεις πάντα το χειρότερο για να λες ότι είσαι ρεαλιστής. Αλλά να μπορείς να βλέπεις ολόκληρη την πραγματικότητα. Και μέσα στην πραγματικότητα δεν υπάρχει μόνο πίεση, μόνο λάθος, μόνο ματαίωση. Υπάρχει και ένα μικρό καλό που επιμένει. Υπάρχει και πιθανότητα. Υπάρχει και φως, ακόμη κι αν δεν μπαίνει θορυβωδώς.

Ένα πρωί, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο λόγο, η Χριστίνα έμεινε λίγο παραπάνω στο μπαλκόνι. Ο καφές της είχε πια σχεδόν τελειώσει. Η μέρα που την περίμενε ήταν περίπου η ίδια με τις άλλες. Κι όμως, για πρώτη φορά μετά από καιρό, δεν ένιωθε πως έβγαινε να τη συναντήσει μόνο με άμυνα. Ένιωθε πως υπήρχε λίγο περισσότερος αέρας μέσα της. Όχι βεβαιότητα. Όχι ενθουσιασμός. Αέρας.

Και ίσως τελικά έτσι αρχίζει να γίνεται η αισιοδοξία τρόπος ζωής.

Όχι όταν αλλάζουν όλα απ’ έξω.

Αλλά όταν ο άνθρωπος αρχίζει να μη σκύβει αυτόματα μόνο προς το σκοτεινό.

Όταν αφήνει μέσα του λίγο περισσότερο χώρο για το φως.