Γράφει ο Γιώργος Δεληκώστας Mentor – L&B Coach
Το πρωί ο καφές ήταν ήδη έτοιμος. Ο Νίκος τον πήρε στο χέρι σχεδόν χωρίς να το σκεφτεί, στάθηκε όρθιος στην κουζίνα και άνοιξε το κινητό του. Ειδήσεις, ειδοποιήσεις, δύο μηνύματα που άφησε για μετά. Ήπιε δυο γουλιές χωρίς να τις καταλάβει. Έβαλε το φλιτζάνι στον πάγκο, πήρε τα κλειδιά και έφυγε.
Δεν ήταν περίεργο. Έτσι γινόταν σχεδόν κάθε μέρα.
Μόνο που εκείνο το πρωί, λίγο πριν βγει από την πόρτα, γύρισε πίσω γιατί είχε ξεχάσει το πορτοφόλι του. Είδε ξανά την κούπα. Ήταν ακόμη ζεστή. Την πήρε στα χέρια, ήπιε μια κανονική γουλιά και τότε το πρόσεξε. Η γεύση ήταν εκεί. Η ζέστη ήταν εκεί. Η μικρή φροντίδα ήταν κι αυτή εκεί, όπως κάθε πρωί, μόνο που συνήθως περνούσε από μπροστά του χωρίς να σταματά.
Ο καφές τον περίμενε έτοιμος επειδή η Ελένη τον είχε φτιάξει από το βράδυ, αργά, όταν γύρισε κουρασμένη από τη δουλειά της. Δεν του το είχε πει. Δεν χρειαζόταν. Το έκανε επειδή ήξερε πως εκείνος το πρωί τρέχει πάντα. Αυτή τη φορά, για λίγα δευτερόλεπτα, ο Νίκος δεν ήπιε απλώς τον καφέ του. Κατάλαβε ότι κάποιος τον είχε σκεφτεί πριν ξυπνήσει.
Κάπως έτσι γίνεται συνήθως. Κάποια πράγματα υπάρχουν τόσο σταθερά μέσα στη ζωή μας, που σταματάμε να τα βλέπουμε. Όχι επειδή έχασαν την αξία τους. Αλλά επειδή έγιναν μέρος του φόντου. Σαν τον δρόμο που περνάμε κάθε μέρα και δεν τον κοιτάμε πια. Σαν μια γνώριμη φωνή μέσα στο σπίτι. Σαν το φως που μπαίνει από το ίδιο παράθυρο κάθε πρωί.
Κάτι παρόμοιο είχε συμβεί και στον Δημήτρη. Για χρόνια πήγαινε στη δουλειά με το αυτοκίνητο, χωρίς να το σκέφτεται καν. Η ίδια διαδρομή, τα ίδια φανάρια, η ίδια βιασύνη. Μέχρι που μια μέρα το αυτοκίνητο χάλασε και αναγκάστηκε να πάει με τα πόδια. Δεν το χάρηκε καθόλου στην αρχή. Το είδε σαν ταλαιπωρία. Μόνο που, μέσα σε εκείνα τα είκοσι λεπτά, πρόσεξε πράγματα που δεν ήξερε ότι υπήρχαν τόσο κοντά του: ένα μικρό καφενείο στη γωνία, μια γάτα κουλουριασμένη σε ένα κατώφλι, ένα δέντρο που είχε αρχίσει να ανθίζει.
Την επόμενη μέρα ξαναπήρε το αυτοκίνητο. Η ζωή γύρισε πάλι στον συνηθισμένο της ρυθμό. Αλλά κάτι είχε αλλάξει. Όχι έξω. Μέσα του. Είχε δει ότι ο κόσμος δεν έγινε ξαφνικά πιο όμορφος εκείνη τη μέρα. Ο κόσμος ήταν ήδη έτσι. Απλώς εκείνος δεν τον κοίταζε.
Ίσως αυτό να είναι κάτι που κάνουμε πιο συχνά απ’ όσο νομίζουμε. Περιμένουμε να αλλάξουν οι συνθήκες για να νιώσουμε κάτι διαφορετικό. Να έρθει κάτι νέο, κάτι μεγάλο, κάτι που θα μας ταρακουνήσει αρκετά ώστε να το προσέξουμε. Και στο μεταξύ, προσπερνάμε όλα εκείνα τα μικρά που δεν φωνάζουν, αλλά υπάρχουν. Κι όμως, η χαρά πολλές φορές δεν λείπει. Απλώς δεν καταγράφεται.
Το κατάλαβε κι η Σοφία, με έναν άλλο τρόπο. Είχε σκεφτεί πολλές φορές να στείλει ένα μήνυμα σε μια φίλη της. Ένα απλό «σε σκέφτηκα». Τίποτα σπουδαίο. Μόνο που το ανέβαλε συνέχεια. Άλλοτε γιατί δεν έβρισκε τη σωστή στιγμή, άλλοτε γιατί της φαινόταν λίγο, σχεδόν ασήμαντο. Μέχρι που ένα βράδυ, καθώς καθόταν μόνη στην άκρη του καναπέ, το έστειλε χωρίς να το πολυσκεφτεί.
Η απάντηση ήρθε σε λίγα λεπτά.
«Ακριβώς σήμερα το χρειαζόμουν αυτό.»
Δεν ήταν μεγάλη σκηνή. Δεν άλλαξε τη ζωή κανενός με θεαματικό τρόπο. Κι όμως, είχε μέσα της κάτι αληθινό. Ότι μερικές φορές αυτό που περιμένουμε ως “μεγάλη στιγμή” είναι ήδη μπροστά μας σε πολύ πιο απλή μορφή. Σε ένα μήνυμα. Σε μια βόλτα. Σε μια γουλιά καφέ που αυτή τη φορά δεν πέρασε βιαστικά.
Το βράδυ, όταν ο Νίκος γύρισε σπίτι, θυμήθηκε εκείνη την πρωινή στιγμή στην κουζίνα. Πήγε ως τον πάγκο, είδε την Ελένη να μαζεύει κάτι πιάτα και της είπε απλώς ότι το εκτίμησε. Δεν ήταν εξομολόγηση. Δεν ήταν σκηνή για ταινία. Ήταν μια μικρή πρόταση, ειπωμένη σχεδόν χαμηλόφωνα.
Η Ελένη χαμογέλασε χωρίς να πει πολλά.
Και για μια στιγμή, όλα έμοιαζαν να μένουν ακίνητα. Η κουζίνα, το βράδυ, η κούπα στο χέρι, η ζέστη που περνά στις παλάμες.
Αρκεί.
Όταν μαθαίνεις να προσέχεις τα μικρά, ανακαλύπτεις ότι η ζωή ήταν πάντα αρκετή.





