Το ζήτημα των βλεννωδών συσσωματωμάτων που έχουν εμφανιστεί σε θαλάσσιες περιοχές των Βορείων Σποράδων, του Βορείου Αιγαίου και του Θερμαϊκού Κόλπου φέρνει στη Βουλή ο βουλευτής Β’ Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Χήτας, με ερώτηση που κατέθεσε προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
Ο βουλευτής επισημαίνει ότι σύμφωνα με ενημέρωση της Εργαστηριακής Μονάδας Θαλάσσιων Τοξικών Μικροφυκών του Τμήματος Βιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, η παρουσία του δινοφύκους Gonyaulax hyalina/fragilis συμβάλλει στον σχηματισμό βλεννωδών συσσωματωμάτων, τα οποία προσκολλώνται στα αλιευτικά εργαλεία και ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντικές φθορές στον εξοπλισμό των επαγγελματιών αλιέων.
Όπως αναφέρεται στην ερώτηση, σε περιπτώσεις εκτεταμένης εμφάνισης του φαινομένου συνιστάται ακόμη και η αναστολή της αλιευτικής δραστηριότητας, γεγονός που προκαλεί σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τους επαγγελματίες του κλάδου.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις Βόρειες Σποράδες και στο Βόρειο Αιγαίο, όπου έχουν καταγραφεί ανάλογα περιστατικά, με αποτέλεσμα να αυξάνεται το λειτουργικό κόστος των αλιευτικών επιχειρήσεων και να μειώνεται το εισόδημα των αλιέων.
Ο κ. Χήτας τονίζει ότι οι επαγγελματίες αλιείς και οι τοπικές κοινωνίες που εξαρτώνται από την αλιεία εκφράζουν έντονη ανησυχία για την εξέλιξη του φαινομένου και ζητά από την Πολιτεία να προχωρήσει άμεσα σε ενέργειες παρακολούθησης και αντιμετώπισης της κατάστασης.
Με την κοινοβουλευτική του παρέμβαση ζητά από το Υπουργείο να ενημερώσει για τα διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με την έκταση και την εξέλιξη του φαινομένου στις πληγείσες περιοχές, να παρουσιάσει τα μέτρα παρακολούθησης και έγκαιρης προειδοποίησης που προτίθεται να εφαρμόσει, καθώς και να διευκρινίσει εάν εξετάζεται η δημιουργία ειδικού πλαισίου αποζημιώσεων ή οικονομικής ενίσχυσης για τους αλιείς που υφίστανται απώλειες εισοδήματος ή ζημιές στον εξοπλισμό τους.
Η ερώτηση αναδεικνύει ένα πρόβλημα που απασχολεί ολοένα και περισσότερο τις παράκτιες περιοχές της χώρας, με τους αλιείς να ζητούν άμεσες λύσεις προκειμένου να περιοριστούν οι επιπτώσεις στην επαγγελματική τους δραστηριότητα και στην τοπική οικονομία.





