Το προσωπείο του ανήξερου που φορούσε για περισσότερες από τρεις εβδομάδες ο 43χρονος κατηγορούμενος για τη δολοφονία της Σταυρούλας Λεβεντάκη κατέρρευσε, οδηγώντας στην πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης. Ο δράστης, ο οποίος όλο αυτό το διάστημα επιχειρούσε να στρέψει τις έρευνες σε λάθος κατεύθυνση, φτάνοντας στο σημείο να ενοχοποιεί έμμεσα μέχρι και τον αδελφό της θανούσας, λύγισε υπό το βάρος των ευρημάτων της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων.
Λιγότερο από μία ημέρα μετά τη σύλληψή του, ομολόγησε με κάθε μακάβρια λεπτομέρεια τον τρόπο που αφαίρεσε τη ζωή της γυναίκας, αλλά και τις ενέργειές του για να θάψει τη σορό της στον πορτοκαλεώνα. Σε μια προσπάθεια να βρει άλλοθι για την αγριότητά του, επικαλέστηκε τη χρήση ναρκωτικών ουσιών υποστηρίζοντας πως αυτός ήταν ο λόγος που βγήκε εκτός εαυτού.
Το χρονικό της δολοφονίας: Η μοιραία συνάντηση
Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε το απόγευμα της 30ής Μαΐου. Όπως ισχυρίστηκε ο συλληφθείς στους αστυνομικούς, η ιδιοκτήτρια του σπιτιού τον επισκέφθηκε γύρω στις 16:20 προκειμένου να ελέγξει την κατάσταση του ακινήτου, μια πρακτική που αποτελούσε συμβατική τους υποχρέωση.
«Όταν ήρθε μου χτύπησε την πόρτα και με πήρε και τηλέφωνο αλλά εγώ δεν το σήκωσα και της άνοιξα. Όταν μπήκε με ρώτησε αν θέλω να βγάλει τις παντόφλες αλλά δεν είχα στρωμένα τα χαλιά οπότε της είπα όχι. Άφησε κάτι σακούλες με αυγά και πήγαμε στο σαλόνι .Την κέρασα μπύρα. Δεν ήπιε πολύ γιατί μου είπε ότι βιαζόταν να πάρει το λεωφορείο».
Σύμφωνα με την αφήγηση του 43χρονου, μεταφέρθηκαν στην κουζίνα, όπου η γυναίκα εξέφρασε έντονα παράπονα για τη φθορά στα ντουλάπια, πυροδοτώντας την οργή του. Οι λεκτικές αντιπαραθέσεις συνεχίστηκαν και στον χώρο της κρεβατοκάμαρας. Εκεί, όπως ισχυρίζεται, η Σταυρούλα απαίτησε να συνευρεθούν ερωτικά –γεγονός που φέρεται να είχε συμβεί ξανά στο παρελθόν– με τον ίδιο να αρνείται.
Ο κατηγορούμενος ανέφερε στις Αρχές πως η αντίδραση της γυναίκας μετά την άρνησή του ήταν ανεξέλεγκτη:
«Τότε άρχισε να κάνει σαν τρελή. Μου φώναζε ότι θα με καταστρέψει. Ωρυόταν και με απειλούσε ότι θα τα έλεγε στην γυναίκα μου και θα πει ότι την είχα βιάσει».
Όπως υποστήριξε, το θύμα ήταν εκείνο που επιτέθηκε πρώτο, αρπάζοντας ένα γυάλινο μπουκάλι κρασιού που βρισκόταν στον χώρο ως διακοσμητικό στοιχείο.
«Την απώθησα και ξαναήρθε προς το μέρος μου. Της έπιασα το μπουκάλι. Μπλεχτήκαμε και έπεσε στο πάτωμα εκεί όπου χτύπησε το κεφάλι της. Είδα αίματα. Φώναζε και θόλωσα. Τη χτύπησα στο κεφάλι με το μπουκάλι το οποίο έσπασε. Ούρλιαζε και πήρα μια ταινία την τύλιξα δύο φορές και της κάλυψα το στόμα. Προσπάθησε να την βγάλει με τα χέρια της. Το τύλιξα άλλα μια φορά και τότε έχασε τις αισθήσεις της».
Η συνέχεια της κατάθεσης αποκαλύπτει μια άνευ προηγουμένου σκληρότητα, καθώς φέρεται να την χτυπούσε με διάφορα αντικείμενα. Ο 43χρονος περιέγραψε πως βγήκε προς την κουζίνα, ωστόσο οι φωνές της τον έκαναν να επιστρέψει στο δωμάτιο. Αυτή τη φορά κρατούσε στα χέρια του ένα μαχαίρι.
«Την πλησίασα και την κάρφωσα με το μαχαίρι στο ύψος της καρδιάς δυο φορές. Πήγα στην κουζίνα και έπλυνα το μαχαίρι με σαπούνι και ξύδι. Δεν θυμάμαι πού το πέταξα. Την άκουσα να φωνάζει ξανά και ξανά για βοήθεια και αν την ακούει κανείς. Πήρα ένα κούτσουρο από το τζάκι, πήγα πάλι στο δωμάτιο. Ήταν μέσα στα αίματα. Την χτύπησα στο κεφάλι δύο φορές και δεν ξανα μίλησε».
Οι ενέργειες που ακολούθησαν καταδεικνύουν την απόλυτη μεθόδευση του εγκλήματος. Απέσπασε την τραπεζική κάρτα της νεκρής γυναίκας, πήγε σε ΑΤΜ και έκανε ανάληψη 1.000 ευρώ, προσπαθώντας να «σκηνοθετήσει» ληστεία, αποδυναμώνοντας τον ισχυρισμό του ότι βρισκόταν σε σύγχυση.
Η ψυχρή προσπάθεια συγκάλυψης του φόνου
Ανατριχίλα προκαλεί η περιγραφή των πράξεων στις οποίες προέβη για να σβήσει τα ίχνη του. Ομολόγησε πως πήρε μαύρες σακούλες και δεματικά. Διαπιστώνοντας πως η σορός δεν χωρούσε ολόκληρη, έδεσε τα χέρια και τα πόδια του θύματος. Εν τέλει χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει αρκετές σακούλες, τυλίγοντας χωριστά το κεφάλι και τον κορμό.
Κατόπιν, άρχισε να σφουγγαρίζει για να εξαφανίσει τα αίματα. Το φονικό όπλο (κούτσουρο), τα γυαλιά και τα ματωμένα του ρούχα μπήκαν σε άλλη σακούλα. Η απόλυτη ψυχραιμία του φάνηκε στις 21:00 το βράδυ, όταν πραγματοποίησε κανονικά τη συνηθισμένη βιντεοκλήση στη σύζυγό του για να μην κινήσει καμία υποψία, προτού βγει να πετάξει τα ενοχοποιητικά στοιχεία.
«Πήγα στον Γαλατά και πέταξα σε διαφορετικούς κάδους τα πράγματα που είχα βάλει στην σακούλα και σε άλλον το κινητό της και την κάρτα της».
Γυρίζοντας στο σπίτι, καθάρισε ξανά τον χώρο και κάπνισε χασίς. Το πτώμα παρέμεινε στο οίκημα μέχρι τις 6:00 το πρωί, ώρα κατά την οποία ξεκίνησε την επιχείρηση ενταφιασμού.
«Ξεκίνησα να την σέρνω μέχρι το βαν μου και πήγα στο χωράφι. Ξεκίνησα να σκάβω τον λάκκο ανάμεσα στις πορτοκαλιές. Πήρα ένα καρότσι οικοδομής έβαλα το πτώμα το πήγα στον λάκκο και την έριξα μέσα. Την σκέπασα με χώμα και γύρισα σπίτι και καθάρισα πάλι τα αίματα που είχαν μείνει από την μεταφορά της».
Μετά την ολοκλήρωση της μακάβριας διαδικασίας, φέρεται να αγόρασε γλυκά και να πήγε ανενόχλητος στο σπίτι ενός φίλου του.
Ο συλληφθείς, με τη βαρύτατη δίωξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση να τον βαραίνει, αναμένεται να οδηγηθεί στον εισαγγελέα. Για την υπόθεση, η οποία έχει συγκλονίσει την τοπική κοινωνία και το πανελλήνιο, θα δοθεί επίσημη συνέντευξη Τύπου στις 10:30 το πρωί από τον Αστυνομικό Διευθυντή Χανίων, Κανέλλο Νικολάου.
Πηγή: ieidiseis.gr





