Ένα ακόμη επιβεβαιωμένο κρούσμα σαλμονές καταγράφηκε στη Λαμία, την ώρα που οι υγειονομικές αρχές εκτιμούν ότι η κατάσταση βρίσκεται πλέον υπό έλεγχο και παρουσιάζει σημάδια εκτόνωσης.
Το νέο περιστατικό εντοπίστηκε το βράδυ της Πέμπτης (16/7), όταν άτομο με συμπτώματα μετέβη στο Νοσοκομείο Λαμίας. Σύμφωνα με το LamiaReport, εξετάστηκε από το ιατρικό προσωπικό, ελήφθη δείγμα και στη συνέχεια επέστρεψε στο σπίτι του, αφού έλαβε τις απαραίτητες οδηγίες.
Πρόκειται για το 25ο επιβεβαιωμένο περιστατικό που προσήλθε στο νοσοκομείο της πόλης αναζητώντας ιατρική βοήθεια. Ωστόσο, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, μέχρι στιγμής έχουν καταγραφεί 22 επιβεβαιωμένα κρούσματα σαλμονέλωσης.
Τρία εξιτήρια – Ένα άτομο παραμένει στο νοσοκομείο
Βελτιωμένη είναι η εικόνα όσον αφορά τους ασθενείς που χρειάστηκε να νοσηλευτούν. Από τα τέσσερα άτομα που παρέμεναν στο Νοσοκομείο Λαμίας, τα τρία έλαβαν εξιτήριο την Παρασκευή (17/7).
Ένας ασθενής εξακολουθεί να νοσηλεύεται προληπτικά και ακολουθεί την προβλεπόμενη αγωγή.
Η επιδημιολογική διερεύνηση ξεκίνησε μετά την προσέλευση δεκάδων πολιτών στο νοσοκομείο με συμπτώματα οξείας γαστρεντερίτιδας. Τα πρώτα δεδομένα οδήγησαν τις αρμόδιες υπηρεσίες στην αναζήτηση κοινής πηγής μόλυνσης μέσα στην εφοδιαστική αλυσίδα τροφίμων.
Σύμφωνα με την Περιφέρεια, οι ασθενείς δεν συνδέονται μεταξύ τους και δεν είχαν συμμετάσχει σε κοινό γεύμα. Είχαν, όμως, καταναλώσει τρόφιμα από έξι διαφορετικά καταστήματα εστίασης.
Αρνητικά τα πρώτα αποτελέσματα από εργαζομένους
Τα πρώτα αποτελέσματα που απέστειλε ο ΕΟΔΥ ήταν αρνητικά και αφορούσαν δείγματα από τους εργαζομένους και τους ιδιοκτήτες του καταστήματος στο οποίο συνδέθηκε το πρώτο κρούσμα και πραγματοποιήθηκε ο πρώτος έλεγχος των αρμόδιων υπηρεσιών.
Περισσότερα εργαστηριακά αποτελέσματα αναμένονται τη Δευτέρα 20 Ιουλίου. Αυτά θα αφορούν δείγματα τροφίμων, καθώς και τον ακριβή ορότυπο του βακτηρίου.
Με βάση τη φύση και τη διάρκεια των συμπτωμάτων, εκτιμάται ότι πρόκειται για τον συνηθέστερο τύπο σαλμονέλας, ο οποίος προκαλεί τροφική δηλητηρίαση με διάρροια, εμετούς, κοιλιακό πόνο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πυρετό.
Στον ΕΟΔΥ έχουν αποσταλεί για εξέταση οι καλλιέργειες των ασθενών, δείγματα τροφίμων από τα εμπλεκόμενα καταστήματα, καθώς και δείγματα από τους εργαζομένους τους.
Παράλληλα, πραγματοποιήθηκαν έλεγχοι με «Swab Test», δηλαδή ειδικά τεστ καθαριότητας, σε επιφάνειες, πάγκους και στον εξοπλισμό που χρησιμοποιείται για την παρασκευή των γευμάτων.
Εξονυχιστικοί έλεγχοι σε οκτώ καταστήματα
Η εμφάνιση των διαδοχικών κρουσμάτων προκάλεσε άμεση κινητοποίηση των υγειονομικών αρχών. Συνολικά ελέγχθηκαν εξονυχιστικά οκτώ καταστήματα εστίασης σε διαφορετικές περιοχές της Λαμίας.
Οι έλεγχοι και η ιχνηλάτηση που πραγματοποιήθηκαν από τη Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας της Περιφερειακής Ενότητας Φθιώτιδας και τον ΕΦΕΤ είχαν ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση του μολυσμένου φορτίου από την αγορά.
Παράλληλα, στα καταστήματα εφαρμόστηκαν όλα τα αναγκαία υγειονομικά μέτρα, προκειμένου να περιοριστεί ο κίνδυνος περαιτέρω μετάδοσης του μικροβίου.
Σε μικροβιολογικό έλεγχο έχουν υποβληθεί επίσης εργαζόμενοι των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων και πρόσωπα που συνδέονται με την εφοδιαστική αλυσίδα. Οι έλεγχοι από τις κτηνιατρικές και υγειονομικές υπηρεσίες εντατικοποιούνται σε όλα τα στάδια της αλυσίδας του προμηθευτή που βρίσκεται υπό διερεύνηση.
Αναμένονται ακόμη τα αποτελέσματα από τη Διεύθυνση Κτηνιατρικής άλλης Περιφερειακής Ενότητας, η οποία πραγματοποίησε ελέγχους στην επιχείρηση από την οποία φέρεται να ξεκίνησε η επίμαχη παρτίδα κοτόπουλου.
Πώς μεταδίδεται η σαλμονέλα
Σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, η σαλμονέλα είναι βακτήριο που μεταδίδεται κυρίως μέσω της κατανάλωσης μολυσμένων τροφίμων ή νερού. Μετάδοση μπορεί να προκληθεί και από την επιμόλυνση κατά την προετοιμασία των γευμάτων.
Το βακτήριο συνδέεται συχνότερα με ωμά ή ανεπαρκώς μαγειρεμένα αυγά, πουλερικά, κρέας και άλλα προϊόντα ζωικής προέλευσης. Είναι επίσης δυνατό να μεταδοθεί μέσω μολυσμένων επιφανειών και σκευών, αλλά και από κατοικίδια ζώα.
Τα συνηθέστερα συμπτώματα είναι η διάρροια, ο πυρετός, ο κοιλιακός πόνος, η ναυτία και οι έμετοι. Εμφανίζονται συνήθως μέσα σε 6 έως 72 ώρες από την έκθεση και, στις περισσότερες περιπτώσεις, διαρκούν από τρεις έως επτά ημέρες.
Μεγαλύτερο κίνδυνο επιπλοκών, κυρίως λόγω αφυδάτωσης, αντιμετωπίζουν τα βρέφη, οι ηλικιωμένοι και όσοι έχουν εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα.
Η θεραπεία είναι κατά κύριο λόγο υποστηρικτική και βασίζεται στην αναπλήρωση των υγρών και των ηλεκτρολυτών. Η χορήγηση αντιβιοτικών δεν θεωρείται απαραίτητη σε όλες τις περιπτώσεις.
Πηγή: ieidiseis.gr





