ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Λήψη άρθρων...
Header Scripts Init

Πώς ξεφούσκωσε το success story της Shein

Δημοσίευση

Θέλεις να βλέπεις τα νέα του
thenewspaper.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:

Πρόσθεσε το thenewspaper.gr
στα αγαπημένα σου στη Google

Τον Απρίλιο του 2022, η Shein βρισκόταν στο απόγειό της. Τα lockdown της πανδημίας και η έκρηξη των λεγόμενων «Shein hauls» στα social media είχαν στρέψει εκατομμύρια νέους καταναλωτές στα φθηνά ρούχα της, καθιστώντας την τη μεγαλύτερη εταιρεία ένδυσης στις ΗΠΑ με βάση τις πωλήσεις.
Οι επενδυτές αποτιμούσαν τότε την εταιρεία έως και στα 100 δισ. δολάρια, ενώ όλα έδειχναν ότι μια εισαγωγή της στο χρηματιστήριο θα επισφράγιζε την πορεία της ως ένα από τα πλέον επιτυχημένα κινεζικά καταναλωτικά brands με παγκόσμια παρουσία.

Όπως αναφέρουν οι Financial Times, τέσσερα χρόνια αργότερα, όμως, και ύστερα από δύο αποτυχημένες προσπάθειες εισαγωγής στις αγορές και δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια χαμένης χρηματιστηριακής αξίας στα χαρτιά, η Shein πλησιάζει επιτέλους προς μια IPO, αλλά υπό εντελώς διαφορετικούς όρους.
Η εταιρεία οδεύει πλέον προς εισαγωγή στο Χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ με αποτίμηση μόλις στο ένα τέταρτο της κορυφής της. Στόχος της είναι να αντλήσει 1,7 έως 1,8 δισ. δολάρια, με χρηματιστηριακή αξία μεταξύ 25,7 και 26,8 δισ. δολαρίων.
► Τι αλλάζει στις παραγγελίες από Temu και Shein: Έρχεται νέος φόρος και έξτρα χαράτσι από τον Νοέμβριο
Την ίδια στιγμή βρίσκεται αντιμέτωπη με εμπορικές και ρυθμιστικές έρευνες σε Ευρωπαϊκή Ένωση και Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ το φορολογικό «παράθυρο» που είχε στηρίξει σε μεγάλο βαθμό το μοντέλο της έχει ουσιαστικά κλείσει.
Η τετραετής περιπέτεια της Shein για την εισαγωγή της στο χρηματιστήριο αποτελεί πλέον ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των κινδύνων για επιχειρήσεις που βρίσκονται στη μέση της ολοένα εντονότερης αντιπαράθεσης μεταξύ Πεκίνου και Δύσης.
«Είναι μία από τις πιο στενά παρακολουθούμενες υποψήφιες IPO στον κόσμο και βαρόμετρο για ολόκληρο το μοντέλο του ultra-fast fashion και του ηλεκτρονικού εμπορίου», σχολίασε ο σύμβουλος εφοδιαστικής αλυσίδας Brittain Ladd, πρώην στέλεχος των Amazon και Dell.
Από το όνειρο της Wall Street στη μεγάλη υποχώρηση
Για τη Shein, η οποία παράγει αλλά δεν πουλά τα προϊόντα της στην Κίνα, μια μεγάλη εισαγωγή σε χρηματιστήριο του εξωτερικού θα αποτελούσε ευκαιρία να εδραιωθεί ως παγκόσμια δύναμη στον χώρο της μόδας και να αποκτήσει πρόσβαση σε δυτικά κεφάλαια.
Για τον σκοπό αυτό προσέλαβε τον Donald Tang, πρώην τραπεζίτη της Bear Stearns, ώστε να ηγηθεί της προσπάθειας εισαγωγής στις αγορές. Ωστόσο, ο Tang, ο οποίος αποχώρησε από τη θέση του εκτελεστικού προέδρου νωρίτερα φέτος, βρέθηκε αντιμέτωπος με διαδοχικά εμπόδια.
Το ενδιαφέρον των επενδυτών είχε ήδη αρχίσει να υποχωρεί στα τέλη του 2022, εν μέσω της γενικευμένης πτώσης στις τεχνολογικές μετοχές. Τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς, οι μετοχές της Shein διαπραγματεύονταν σε δευτερογενείς αγορές σε επίπεδα που αποτιμούσαν την εταιρεία μεταξύ 65 και 85 δισ. δολαρίων.
Λίγους μήνες αργότερα, η εταιρεία άντλησε νέα κεφάλαια με αποτίμηση 66 δισ. δολαρίων – περίπου ένα τρίτο χαμηλότερα από την κορυφή του Απριλίου του 2022.
Το φορολογικό «παράθυρο» που έκλεισε
Ταυτόχρονα, λιανεμπορικές επιχειρήσεις σε ΗΠΑ και Ευρώπη διαμαρτύρονταν έντονα για αυτό που θεωρούσαν αθέμιτο ανταγωνισμό από τις κινεζικές εταιρείες fast fashion.
Στις ΗΠΑ άρχισαν να προωθούνται μέτρα για τον τερματισμό της λεγόμενης εξαίρεσης de minimis, η οποία επέτρεπε σε δέματα αξίας κάτω των 800 δολαρίων να εισέρχονται στη χώρα χωρίς δασμούς. Η Shein είχε χρησιμοποιήσει εκτεταμένα αυτό το καθεστώς για τις αποστολές της.
Ανάλογες κινήσεις ακολούθησαν ή βρίσκονται σε εξέλιξη στη Βρετανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, ρυθμιστικές αρχές και πολιτικοί άρχισαν να εξετάζουν λεπτομερέστερα το επιχειρηματικό μοντέλο της εταιρείας, θέτοντας ερωτήματα για τις εργασιακές πρακτικές και τη βιωσιμότητα της εφοδιαστικής της αλυσίδας.
Ανησυχίες εκφράστηκαν για πιθανές συνδέσεις με βαμβάκι που παράγεται στην περιοχή Σιντζιάνγκ της Κίνας, όπου ο ΟΗΕ έχει καταγγείλει εκτεταμένες κρατήσεις και πρακτικές καταναγκαστικής εργασίας σε βάρος μειονοτικών ομάδων, κατηγορίες που το Πεκίνο απορρίπτει.
Η Shein έχει δηλώσει ότι εφαρμόζει «πολιτική μηδενικής ανοχής» στην καταναγκαστική εργασία, υποστηρίζοντας ότι οι χαμηλές τιμές της οφείλονται στην αποτελεσματικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας και όχι σε φορολογικά παραθυράκια.
Η προσπάθεια να αποτινάξει την κινεζική ταυτότητα
Η εταιρεία επιχείρησε παράλληλα να περιορίσει την εικόνα της ως κινεζικής επιχείρησης. Το 2022 μετέφερε την έδρα της στη Σιγκαπούρη. Το 2024, μάλιστα, ο Donald Tang δήλωσε σε συνέδριο στο Λος Άντζελες ότι η Shein ήταν ουσιαστικά μια «αμερικανική εταιρεία», προκαλώντας αντιδράσεις στην Κίνα.
Στην ιστοσελίδα της η εταιρεία αυτοπροσδιοριζόταν ως «παγκόσμιος διαδικτυακός retailer μόδας και lifestyle με έδρα τη Σιγκαπούρη». Οι προσπάθειες, όμως, δεν έπεισαν τους πάντες.
Στις αρχές του 2024, καθώς εντείνονταν οι πολιτικές και ρυθμιστικές αντιδράσεις στις ΗΠΑ, η Shein εγκατέλειψε σταδιακά την ιδέα εισαγωγής στη Νέα Υόρκη και στράφηκε προς το Λονδίνο. Ο Tang είχε τότε παραδεχθεί ότι η εταιρεία είχε σημειώσει «πρόοδο» στο να αλλάξει την εντύπωση πως ελέγχεται από την Κίνα, «αλλά όχι αρκετή» ώστε να πείσει τους Αμερικανούς νομοθέτες.
Και το Λονδίνο δεν έλυσε το πρόβλημα
Η μεταφορά του σχεδίου IPO στη Βρετανία δεν έλυσε, όμως, τα βασικά προβλήματα. Η εκλογική νίκη του Ντόναλντ Τραμπ το 2024 επιτάχυνε το τέλος της εξαίρεσης de minimis και έφερε υψηλότερους δασμούς στα κινεζικά προϊόντα.
Παράλληλα, η Shein βρέθηκε αντιμέτωπη με ολοένα εντονότερο ανταγωνισμό από εταιρείες όπως η Temu, του ομίλου PDD, η οποία αύξησε γρήγορα το μερίδιό της σε ΗΠΑ και Ευρώπη. Οι επενδυτές άρχισαν πλέον να αμφισβητούν ακόμη και το εάν η Shein μπορούσε να διατηρήσει την ήδη μειωμένη αποτίμηση των 66 δισ. δολαρίων. Ορισμένοι ζητούσαν να πέσει ακόμη και στα 30 δισ. δολάρια.
Και στο μεταξύ, η προσπάθεια της εταιρείας να «αποκινεζοποιηθεί» άρχισε να δημιουργεί προβλήματα και στο ίδιο το Πεκίνο. Η κινεζική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πρέπει να εγκρίνει οποιαδήποτε εισαγωγή κινεζικών εταιρειών σε χρηματιστήριο του εξωτερικού. Και αυτό εξελίχθηκε σε μείζον εμπόδιο για το Λονδίνο.
Παρότι η βρετανική FCA είχε δώσει αρχική έγκριση, η κινεζική ρυθμιστική αρχή εξέφρασε αντιρρήσεις για τον τρόπο με τον οποίο η Shein περιέγραφε πιθανούς δεσμούς με τη Σιντζιάνγκ στο ενημερωτικό δελτίο κινδύνων.
Plan C: Χονγκ Κονγκ
Τον Μάιο του 2025 ήρθε η ώρα για το τρίτο σχέδιο. Η Shein άρχισε να στρέφεται προς το Χονγκ Κονγκ, θεωρώντας ότι εκεί θα ήταν ευκολότερο να εξασφαλίσει την έγκριση των κινεζικών αρχών. Ταυτόχρονα, επιχείρησε να ξαναχτίσει την εικόνα της ως κινεζικής εταιρείας.
Ο ιδιαίτερα χαμηλών τόνων ιδρυτής της, Xu Yangtian, πραγματοποίησε φέτος την πρώτη σημαντική δημόσια εμφάνισή του σε κυβερνητικό συνέδριο, όπου εξήρε στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος και υπογράμμισε τις κινεζικές ρίζες της επιχείρησης. «Ιδανικά, η Shein θα μπορούσε να πραγματοποιήσει την IPO της σε μια κορυφαία διεθνή χρηματοπιστωτική αγορά, όπως η Νέα Υόρκη ή το Λονδίνο, αλλά δυστυχώς κανένα από τα δύο δεν λειτούργησε», σχολίασε ο Sheng Lu, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Delaware.
Διαδηλώσεις στο Παρίσι και νέα έρευνα από την ΕΕ
Τα προβλήματα, όμως, δεν σταμάτησαν. Η μακροχρόνια δυσαρέσκεια για το fast fashion και τις επιπτώσεις του ηλεκτρονικού εμπορίου στις τοπικές επιχειρήσεις οδήγησε σε έντονες διαδηλώσεις στο Παρίσι, όταν η Shein άνοιξε εκεί το πρώτο φυσικό της κατάστημα στα τέλη του 2025.
Στη συνέχεια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ξεκίνησε έρευνα για τους αλγόριθμους της πλατφόρμας βάσει του Digital Services Act, καθώς και για καταγγελίες σχετικά με προϊόντα που φέρονταν να προσφέρονται από τρίτους πωλητές στην πλατφόρμα. Η έρευνα θα μπορούσε να οδηγήσει σε πρόστιμο που θα φτάνει ακόμη και το 6% των παγκόσμιων εσόδων της Shein. Η εταιρεία δήλωσε ότι λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις υποχρεώσεις της βάσει του DSA και ότι συνεργάζεται πλήρως με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Ζημιές 99 εκατ. δολαρίων
Το διαδοχικό πλήγμα από ρυθμιστικούς περιορισμούς, αλλαγές στη φορολογία και μεταβολές στην καταναλωτική συμπεριφορά έχει μειώσει ακόμη περισσότερο την αξία της εταιρείας. Σύμφωνα με τους Financial Times, οι σύμβουλοι της IPO παρουσίασαν στους επενδυτές αποτίμηση κάτω από τα 30 δισ. δολάρια, χαμηλότερη ακόμη και από εκείνη που επιδίωκε η ίδια η Shein.
Σε προσχέδιο ενημερωτικού δελτίου που κατατέθηκε τον περασμένο μήνα στο Χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ, η εταιρεία αποκάλυψε καθαρή ζημιά 99 εκατ. δολαρίων στο πρώτο τρίμηνο του 2026. Τα ετήσια καθαρά κέρδη περιορίστηκαν στα 2 δισ. δολάρια το 2025, από το ιστορικό υψηλό των 3,4 δισ. δολαρίων έναν χρόνο νωρίτερα.
Η Shein παραδέχθηκε επίσης ότι εξετάζει «ευρύ φάσμα επιλογών» για την αντιμετώπιση των αυξημένων δασμών, μεταξύ των οποίων και αυξήσεις τιμών στην αμερικανική αγορά ώστε να απορροφηθεί μέρος του επιπλέον κόστους.
Παράλληλα, αποκάλυψε ότι βρίσκεται υπό έρευνα από την αμερικανική Federal Trade Commission, χωρίς να έχουν δοθεί περισσότερες λεπτομέρειες για το αντικείμενο της έρευνας.
Γιατί μπαίνει τελικά στο χρηματιστήριο;
Ορισμένοι αναλυτές επισημαίνουν ότι η Shein διαθέτει περίπου 15 δισ. δολάρια σε μετρητά και βραχυπρόθεσμες επενδύσεις, γεγονός που σημαίνει ότι δεν έχει άμεση ανάγκη άντλησης κεφαλαίων. Αυτό έχει ενισχύσει την εκτίμηση ότι ένας βασικός λόγος για την IPO είναι να δοθεί η δυνατότητα στους παλαιότερους επενδυτές να ρευστοποιήσουν μέρος των συμμετοχών τους.
Η ίδια η εταιρεία αναφέρει ότι σκοπεύει να χρησιμοποιήσει τα κεφάλαια που θα αντλήσει για τεχνολογία, marketing και δράσεις «εταιρικής υπευθυνότητας», μεταξύ των οποίων προγράμματα εκπαίδευσης προμηθευτών.
Για τον Brittain Ladd, το μέλλον της Shein βρίσκεται πλέον στην ανάπτυξη του marketplace τρίτων πωλητών, στην αξιοποίηση της εφοδιαστικής της υποδομής από μεγάλους retailers και στην αναζήτηση νέων αγορών εκτός Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Η Shein χάνει την πρόσβαση σε ένα ρυθμιστικό πλεονέκτημα πάνω στο οποίο είχε στηθεί το επιχειρηματικό της μοντέλο», σημείωσε.
Και αυτή ίσως είναι η καλύτερη περίληψη της διαδρομής της: από μια εταιρεία που πριν από τέσσερα χρόνια άξιζε στα χαρτιά 100 δισ. δολάρια, σε μια επιχείρηση που σήμερα προσπαθεί να πείσει τις αγορές ότι αξίζει λίγο περισσότερο από το ένα τέταρτο εκείνης της αξίας.

Πηγή: ieidiseis.gr