ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Λήψη άρθρων...
Header Scripts Init

Οι «μαύρες τρύπες» πίσω από το success story των συστημικών τραπεζών

Δημοσίευση

Θέλεις να βλέπεις τα νέα του
thenewspaper.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:

Πρόσθεσε το thenewspaper.gr
στα αγαπημένα σου στη Google

Αρκετές «τρύπες» στο success story που διακινούν οι ελληνικές συστημικές τράπεζες φέρνουν στο φως τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (EBA) για την ανάλυση ρίσκου όλων των τραπεζών της ευρωζώνης με βάση τους ισολογισμούς τους.
Το αφήγημα είναι γνωστό: οι ελληνικές συστημικές τράπεζες, η Εθνική, η Eurobank, η Πειραιώς και η Alpha, μετά από μια δεκαετία βαθιάς κρίσης, ξεπέρασαν τα προβλήματα, επανήλθαν στην κανονικότητα και σήμερα είναι παράδειγμα αποδοτικότητας στην Ευρώπη.

Τα επίσημα στοιχεία, όμως, δείχνουν ότι η εικόνα αυτή δεν είναι πραγματική, αφού οι ισολογισμοί κρύβουν δομικές αδυναμίες, οι οποίες γίνονται εμφανείς όταν οι δείκτες συγκριθούν με αυτούς των άλλων τραπεζών της ευρωζώνης.
►Reuters: Ένα «βουνό» από κόκκινα δάνεια – 1,5 εκατ. αποκλεισμένοι από τις τράπεζες, 75 δισ. στους servicers
Τα στοιχεία προκύπτουν από εξειδικευμένους δείκτες διαθέσιμους στους ειδικούς, αλλά από αυτούς προκύπτει ότι η εικόνα κερδοφορίας που παρουσιάζουν οι ελληνικές συστημικές τράπεζες, όχι μόνον οφείλεται σε ολιγοπωλιακές πρακτικές σε βάρος των καταθετών και στην κρατική στήριξη, αλλά «κρύβει» και αρκετές ευπάθειες, οι οποίες θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε πρόβλημα σε περίπτωση που η διεθνής ή η εσωτερική συγκυρία αντιστραφεί και από την γενική ευφορία περάσουμε σε νέα κρίση.
Τα επίσημα στοιχεία
Τα επίσημα στοιχεία, όπως εμφανίζονται στην Ετήσια Έκθεση Αξιολόγησης Κινδύνου της EBA δείχνουν χαμηλό Δείκτη Κοινών Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων Κατηγορίας 1 (CET1 = Common Equity Tier 1) που είναι στο 15,22% και είναι το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό στην ευρωζώνη, μετά την Ισπανία, τη στιγμή που ο μέσος όρος ολόκληρης της ευρωζώνης είναι 18,6%.
Ο δείκτης αυτός «μετράει» τη σχέση ανάμεσα στα βασικά κεφάλαια της τράπεζας (κοινές μετοχές και αποθεματικά) σε σχέση με το ενεργητικό της σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο.
Με απλά λόγια, ο δείκτης αυτός δείχνει πόσο κεφάλαιο έχει διαθέσιμο μια τράπεζα, ώστε σε περίπτωση κρίσης να απορροφήσει πιθανές ζημιές, χωρίς να φτάσει σε σημείο αφερεγγυότητας ή χρειαστεί κρατική διάσωση. Όσο υψηλότερος είναι ο δείκτης, τόσο μεγαλύτερη είναι η αντοχή της τράπεζας σε σοκ, όπως για παράδειγμα αύξηση επισφαλειών, οικονομική ύφεση, ή μια απότομη πτώση της αξίας ομολόγων, μετοχών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων που έχει στο ενεργητικό της.
Το γεγονός ότι κυριότερος δείκτης ασφαλείας (CET1: 15,22%) είναι για τις ελληνικές συστημικές τράπεζες 3,4 μονάδες κάτω από τον μέσο όρο (που είναι 18,6%) είναι ήδη προβληματικό, αλλά γίνεται ακόμα πιο ανησυχητικό εάν υπολογίσουμε ότι ακόμα και αυτό το χαμηλό ποσοστό είναι πλασματικό, αφού τα βασικά εποπτικά ίδια κεφάλαια των συστημικών τραπεζών στην Ελλάδα αποτελούνται σε ποσοστο περίπου 44% απο αναβαλλόμενη φορολογία (DTC). Το αντίστοιχο ποσοστό στις άλλες τράπεζες της ευρωζώνης είναι πρακτικά αμελητέο.
Οι ελληνικές συστημικές τράπεζες μπορούν να λογίζουν ως εποπτικό κεφάλαιο ποσά από αναβαλλόμενη φορολογία, δηλαδή φορολογικές εκπτώσεις επί μελλοντικών κερδών, χάρη σε ειδική ρύθμιση που έγινε στη διάρκεια της μεγάλης κρίσης χρέους και μετά το κούρεμα των ελληνικών κρατικών ομολόγων (PSI) το οποίο «έκαψε» τα κεφάλαια των ελληνικών τραπεζών. Είναι δηλαδή ένας λογιστικός χειρισμός που εμφανίζει ένα ποσό 11,5-12 δισ. ευρώ ως βασικό εποπτικό κεφάλαιο των συστημικών τραπεζών. Το ποσό αυτο αντιστοιχεί περίπου στο 44% των βασικών εποπτικών κεφαλαίων.
Χωρίς τον υπολογισμό αυτό, τα βασικά εποπτικά κεφάλαια θα ήταν πολύ χαμηλότερα, πιθανότατα κάτω ακόμα και από το κατώτατο ρυθμιστικό όριο που επιβάλλει η ευρωπαϊκή νομοθεσία.
Τα κόκκινα δάνεια
Δεν είναι, όμως, μόνο τα εποπτικά κεφάλαια στα οποία οι ελληνικές συστημικές τράπεζες καταγράφουν αρνητικά ρεκόρ.
Στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τα «κόκκινα» δάνεια, παρά την υποτιθέμενη «εξυγίανση» που έγινε με κρατική στήριξη και εγγυήσεις, οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν ποσοστό 2,64%, έναντι μέσου όρου στην Ε.Ε. 1,82%, γεγονός που δείχνει ότι η Ελλάδα παραμένει μια από τις χειρότερα τραπεζικές αγορές σε ποιότητα δανειακού χαρτοφυλακίου.
Αυτό φαίνεται και από άλλους δείκτες, όπως ο δείκτης ρύθμισης δανείων που είναι στο 2%, έναντι μέσου όρου 1,37%, που σημαίνει ότι ένα μεγάλο μέρος των δανείων χρειάζεται ρυθμίσεις και διευκολύνσεις αποπληρωμής. Επιπλέον, ο δείκτης κάλυψης των μη εξυπηρετούμενων δανείων με προβλέψεις είναι 37,6% στην Ελλάδα, έναντι 41,28%, που δείχνει ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν χαμηλότερο «μαξιλάρι» για να απορροφήσουν ζημιές εάν για κάποιο λόγο χειροτερέψει η ποιότητα των δανείων που παραμένουν στους ισολογισμούς τους.
►Το αντικοινωνικό πρόσωπο των τραπεζών: Μαζεύουν δισ. και κλείνουν σωρηδόν υποκαταστήματα και ΑΤΜ
Το χειρότερο είναι ότι ακόμα και αυτό το ποσοστό είναι εικονικό, αφού στην ουσία τα κόκκινα δάνεια που ήταν στους τραπεζικούς ισολογισμούς μεταφέρθηκαν σε fund και στους servicers -κι αυτό με τις κρατικές εγγυήσεις του σχήματος «Ηρακλής». Και βέβαια, παρά την υποτιθέμενη «εξυγίανση» που τα δάνεια παραμένουν προβληματικά, ξεπερνούν σε ύψος τα 80 δισ. Ευρώ και αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της χώρας -όσο κι αν δεν φαίνονται στους τραπεζικούς ισολογισμούς.

Πηγή: ieidiseis.gr