ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Λήψη άρθρων...
Header Scripts Init

Κλείδωσε η μείωση της προκαταβολής φόρου, πόσο μειώνεται για επιχειρήσεις και επαγγελματίες και από πότε

Σήμερα οι επιχειρήσεις προκαταβάλλουν το 80% του φόρου εισοδήματος που προκύπτει από τα κέρδη της προηγούμενης χρήσης, ενώ οι ελεύθεροι επαγγελματίες προκαταβάλλουν το 55% του φόρου τους. Με τη σχεδιαζόμενη αλλαγή, η προκαταβολή θα περιοριστεί στο 70% για τις μικρές επιχειρήσεις και στο 50% για τους επαγγελματίες.

Δημοσίευση

Θέλεις να βλέπεις τα νέα του
thenewspaper.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:

Πρόσθεσε το thenewspaper.gr
στα αγαπημένα σου στη Google

Σε τροχιά οριστικοποίησης φαίνεται να βρίσκεται η κυβερνητική παρέμβαση στην προκαταβολή φόρου εισοδήματος, με στόχο να περιοριστεί το βάρος που επωμίζονται κάθε χρόνο οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οι ελεύθεροι επαγγελματίες.

Οι σχεδιασμοί που βρίσκονται στο τραπέζι προβλέπουν τη μείωση της προκαταβολής φόρου από το 2027 (εκκαθαριστικά 2028) για τους επαγγελματίες από το 55% στο 50%, ενώ για τις μικρές επιχειρήσεις το ποσοστό αναμένεται να περιοριστεί από το 80% στο 70%. Πρόκειται για μια παρέμβαση που θα βελτιώσει άμεσα τη ρευστότητα χιλιάδων επιχειρήσεων και επαγγελματιών, χωρίς ωστόσο να συνεπάγεται μόνιμη απώλεια φορολογικών εσόδων για το Δημόσιο. Μάλιστα, οι μειώσεις στην προκαταβολή φόρου αναμένεται να συνεχιστούν μέχρι το 2030.

Το οικονομικό επιτελείο υπολογίζει ότι η μείωση της προκαταβολής για τους ελεύθερους επαγγελματίες θα έχει δημοσιονομικό κόστος περίπου 60 εκατ. ευρώ, ενώ για τις μικρές επιχειρήσεις το κόστος δεν μπορεί να συνυπολογιστεί, καθώς δεν είναι γνωστό ακόμα εάν θα μπει κάποιος κόφτης, δηλαδή εάν η προκαταβολή φόρου θα αφορά μικρές επιχειρήσεις μέχρι κάποιο όριο τζίρου.

Σήμερα οι επιχειρήσεις προκαταβάλλουν το 80% του φόρου εισοδήματος που προκύπτει από τα κέρδη της προηγούμενης χρήσης, ενώ οι ελεύθεροι επαγγελματίες προκαταβάλλουν το 55% του φόρου τους. Με τη σχεδιαζόμενη αλλαγή, η προκαταβολή θα περιοριστεί στο 70% για τις μικρές επιχειρήσεις και στο 50% για τους επαγγελματίες.

Η μείωση της προκαταβολής φόρου δημιουργεί ουσιαστικά ένα ταμειακό κενό για το Δημόσιο κατά το πρώτο έτος εφαρμογής, καθώς οι φορολογούμενοι θα καταβάλουν μικρότερο ποσό έναντι του φόρου της επόμενης χρήσης. Το ποσό αυτό, όμως, δεν χάνεται οριστικά, καθώς μεταφέρεται χρονικά και αναμένεται να ανακτηθεί κατά την επόμενη φορολογική εκκαθάριση.

Αυτό διαφοροποιεί τη συγκεκριμένη παρέμβαση από την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, η οποία αποτελεί μόνιμη φορολογική ελάφρυνση και συνεπάγεται απώλεια εσόδων που υπολογίζεται περίπου στα 240 εκατ. ευρώ.

Η προκαταβολή φόρου αποφέρει σήμερα περίπου 3,54 δισ. ευρώ από τα νομικά πρόσωπα και επιπλέον περίπου 645 εκατ. ευρώ από τους επαγγελματίες. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε αλλαγή στα ποσοστά της έχει σημαντικό δημοσιονομικό αποτύπωμα, ακόμη και όταν αυτό είναι κυρίως ταμειακού χαρακτήρα.

Η προκαταβολή φόρου αποτελεί εδώ και χρόνια ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα σημεία της φορολογίας των επιχειρήσεων στην Ελλάδα.

Ο λόγος δεν είναι η ίδια η ύπαρξη του μηχανισμού. Η προκαταβολή φόρου εφαρμόζεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Το ζήτημα αφορά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί στην Ελλάδα και την ένταση με την οποία επηρεάζει τη ρευστότητα μιας επιχείρησης. Με το ελληνικό σύστημα, μια επιχείρηση καλείται ουσιαστικά να πληρώσει ταυτόχρονα τον φόρο που αντιστοιχεί στα κέρδη της προηγούμενης χρήσης και ένα σημαντικό μέρος του φόρου που αναμένεται να προκύψει από την επόμενη.

Αυτό σημαίνει ότι σε μία χρονιά κατά την οποία η επιχείρηση μπορεί να χρειάζεται κεφάλαια για μισθούς, προμηθευτές, επενδύσεις ή κάλυψη αυξημένων λειτουργικών δαπανών, σημαντικό μέρος της ρευστότητάς της δεσμεύεται για φορολογική υποχρέωση που αφορά μελλοντικό εισόδημα.Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν η επόμενη χρήση είναι χειρότερη από την προηγούμενη.

Τι συμβαίνει στο εξωτερικό

Η προκαταβολή φόρου δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα. Η βασική διαφορά με αρκετά άλλα ευρωπαϊκά φορολογικά συστήματα βρίσκεται περισσότερο στον τρόπο καταβολής και στην προσαρμογή της προκαταβολής στην πραγματική πορεία της επιχείρησης.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Γαλλίας. Εκεί ο εταιρικός φόρος καταβάλλεται μέσω τεσσάρων προκαταβολών μέσα στο έτος, οι οποίες καταβάλλονται κατά κανόνα τον Μάρτιο, τον Ιούνιο, τον Σεπτέμβριο και τον Δεκέμβριο. Κάθε προκαταβολή αντιστοιχεί, κατά κανόνα, στο ένα τέταρτο του φόρου της προηγούμενης χρήσης.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι το γαλλικό σύστημα επιτρέπει στις επιχειρήσεις να προσαρμόζουν τις προκαταβολές τους όταν εκτιμούν ότι τα κέρδη της τρέχουσας χρήσης θα είναι χαμηλότερα. Η γαλλική φορολογική διοίκηση προβλέπει ρητά τη δυνατότητα μείωσης των προκαταβολών όταν αναμένεται υποχώρηση των κερδών και τελική εκκαθάριση με βάση τον πραγματικό φόρο που προκύπτει.

Παράλληλα, όταν ο εταιρικός φόρος της προηγούμενης χρήσης είναι χαμηλότερος από 3.000 ευρώ, δεν απαιτείται προκαταβολή.

Η φιλοσοφία είναι, επομένως, διαφορετική. Ο ο φόρος δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως μία μεγάλη προπληρωμή που υπολογίζεται μηχανιστικά με βάση το παρελθόν, αλλά ως υποχρέωση που κατανέμεται μέσα στη χρονιά και μπορεί να προσαρμοστεί στις πραγματικές οικονομικές εξελίξεις.

Παράδειγμα

Η διαφορά γίνεται πιο εύκολα αντιληπτή με ένα υποθετικό παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι μία επιχείρηση έχει κέρδη 200.000 ευρώ και ο φόρος εισοδήματος ανέρχεται σε 44.000 ευρώ.

Στην Ελλάδα, με προκαταβολή φόρου 80%, η επιχείρηση θα κληθεί να καταβάλει 44.000 ευρώ για τον φόρο της προηγούμενης χρήσης και επιπλέον 35.200 ευρώ ως προκαταβολή για την επόμενη. Συνολικά, η φορολογική της επιβάρυνση σε επίπεδο ταμειακής εκροής φτάνει τα 79.200 ευρώ.

Το πρόβλημα εμφανίζεται εάν η επόμενη χρονιά αποδειχθεί χειρότερη. Εάν, για παράδειγμα, τα κέρδη υποχωρήσουν στις 150.000 ευρώ, η επιχείρηση θα έχει ήδη δεσμεύσει 35.200 ευρώ ως προκαταβολή, ποσό που υπολογίστηκε με βάση την προηγούμενη χρήση και όχι την πραγματική εξέλιξη των κερδών της.

Στη Γαλλία, αντίθετα, οι προκαταβολές καταβάλλονται σε τέσσερις δόσεις μέσα στο έτος και υπάρχει δυνατότητα προσαρμογής όταν η επιχείρηση εκτιμά ότι ο φόρος της τρέχουσας χρήσης θα είναι χαμηλότερος.

Η διαφορά, επομένως, δεν βρίσκεται τόσο στην ύπαρξη της προκαταβολής, όσο στον τρόπο με τον οποίο αυτή επιβαρύνει τη ρευστότητα και στον βαθμό στον οποίο μπορεί να προσαρμοστεί όταν αλλάζουν τα οικονομικά δεδομένα.

Πηγή: powergame.gr