Μια δεύτερη πηγή αύξησης των αποδοχών, πέραν της ετήσιας αναπροσαρμογής του κατώτατου μισθού, ενεργοποιείται σταδιακά από το 2027 για εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα.
Πρόκειται για τις τριετίες, οι οποίες επανήλθαν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2024, έπειτα από σχεδόν δώδεκα χρόνια «παγώματος». Η συμπλήρωση της πρώτης τριετίας από εργαζομένους που άρχισαν να συγκεντρώνουν χρόνο προϋπηρεσίας από την ημερομηνία επανενεργοποίησης του μέτρου δημιουργεί πλέον μια νέα κατηγορία δικαιούχων.
Με απλά λόγια, όσοι δεν διέθεταν αναγνωρίσιμη προϋπηρεσία πριν από τις 14 Φεβρουαρίου 2012 και ξεκίνησαν να «γράφουν» χρόνο από την 1η Ιανουαρίου 2024 μπορούν, με τη συμπλήρωση τριών ετών, να κατοχυρώσουν την πρώτη μισθολογική ωρίμανση.
Για τους υπαλλήλους που αμείβονται με τον νομοθετημένο κατώτατο μισθό, κάθε συμπληρωμένη τριετία αντιστοιχεί σε προσαύξηση 10%, με ανώτατο όριο τις τρεις τριετίες και συνολική προσαύξηση έως 30%.
Το «κλειδί» της 1ης Ιανουαρίου 2024
Για να γίνει αντιληπτό ποιοι πραγματικά ωφελούνται, πρέπει να διαχωριστούν δύο κατηγορίες εργαζομένων.
Στην πρώτη βρίσκονται όσοι είχαν προϋπηρεσία πριν από τις 14 Φεβρουαρίου 2012. Ο χρόνος που είχαν κατοχυρώσει μέχρι τότε δεν χάθηκε. Από την 1η Ιανουαρίου 2024 το χρονόμετρο άρχισε ξανά να μετρά από το σημείο στο οποίο είχε σταματήσει, επιτρέποντάς τους να συμπληρώσουν την επόμενη μισθολογική ωρίμανση.
Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται όσοι δεν είχαν προϋπηρεσία που μπορούσε να προσμετρηθεί πριν από το «πάγωμα». Για αυτούς η αφετηρία είναι η 1η Ιανουαρίου 2024. Επομένως, η πρώτη πλήρης τριετία αρχίζει να συμπληρώνεται από το 2027.
Αυτός είναι και ο λόγος που το συγκεκριμένο έτος αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Για πρώτη φορά μετά την επαναφορά του μέτρου, εργαζόμενοι που ξεκίνησαν από μηδενική βάση μπορούν να περάσουν το όριο των τριών ετών και να αποκτήσουν δικαίωμα στην προσαύξηση.
Από τα 920 στα 1.012 ευρώ με μία τριετία
Με τα σημερινά δεδομένα, ο κατώτατος μισθός βρίσκεται στα 920 ευρώ. Εφόσον εφαρμοστεί προσαύξηση 10% λόγω μίας συμπληρωμένης τριετίας, οι μικτές αποδοχές διαμορφώνονται στα 1.012 ευρώ.
Το συγκεκριμένο ποσό, ωστόσο, αποτελεί περισσότερο σημείο αναφοράς παρά το επίπεδο μισθού που θα ισχύει μέσα στο 2027.
Και αυτό διότι από την 1η Απριλίου του επόμενου έτους αναμένεται νέα αύξηση του κατώτατου μισθού. Ο κυβερνητικός σχεδιασμός έχει θέσει ως στόχο τα 950 ευρώ, δηλαδή αύξηση τουλάχιστον 30 ευρώ σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα.
Η τελική απόφαση θα ληφθεί με βάση τα οικονομικά δεδομένα που θα έχουν διαμορφωθεί εκείνη την περίοδο, μεταξύ των οποίων η ανάπτυξη, η παραγωγικότητα, η πορεία των τιμών και των μισθών.
Δεν περνά απαρατήρητο, πάντως, ότι η απόφαση θα ληφθεί σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα θα κινείται προς τις επόμενες εθνικές εκλογές, γεγονός που αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο η αύξηση να κινηθεί υψηλότερα από το ελάχιστο επίπεδο που απαιτείται για την επίτευξη του κυβερνητικού στόχου.
Πώς διαμορφώνονται οι αποδοχές
Εάν ο νέος κατώτατος μισθός οριστεί στα 950 ευρώ, ένας εργαζόμενος με μία συμπληρωμένη τριετία θα φθάνει στα 1.045 ευρώ μικτά.
Εάν, αντίθετα, επιλεγεί μεγαλύτερη αύξηση και ο κατώτατος διαμορφωθεί στα 960 ευρώ, η αντίστοιχη αμοιβή με προσαύξηση 10% θα φθάσει στα 1.056 ευρώ.
Η ίδια λογική λειτουργεί και για τις επόμενες ωριμάνσεις. Για τους υπαλλήλους προβλέπεται προσαύξηση 10% ανά τριετία, μέχρι τρεις τριετίες συνολικά. Έτσι, το ανώτατο ποσοστό προσαύξησης λόγω προϋπηρεσίας μπορεί να φθάσει το 30%.
Το ουσιαστικό στοιχείο είναι ότι κάθε αύξηση του νομοθετημένου κατώτατου μισθού αυξάνει αυτομάτως και την αξία της τριετίας για όσους αμείβονται βάσει αυτού. Η ωρίμανση, δηλαδή, δεν αποτελεί ένα σταθερό ποσό σε ευρώ, αλλά ποσοστιαία προσαύξηση πάνω στην εκάστοτε βάση υπολογισμού.
Ποιοι μπορούν να δουν αύξηση νωρίτερα
Το 2027 δεν αποτελεί την πρώτη χρονιά κατά την οποία το ξεπάγωμα μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση αποδοχών.
Εργαζόμενος, για παράδειγμα, που στις 14 Φεβρουαρίου 2012 απείχε λίγους μήνες από τη συμπλήρωση μιας τριετίας, συνέχισε από την 1η Ιανουαρίου 2024 να συγκεντρώνει τον χρόνο που του απέμενε. Κατά συνέπεια, μπορούσε να θεμελιώσει το σχετικό δικαίωμα πολύ νωρίτερα.
Η διαφορά είναι ότι από το 2027 αρχίζει να εμφανίζεται στην εξίσωση και η γενιά των εργαζομένων που δεν είχε κανέναν αναγνωρίσιμο χρόνο πριν από το 2012 και χρειάστηκε να συμπληρώσει ολόκληρη την πρώτη τριετία μετά την επανενεργοποίηση του μέτρου.
Η μεγάλη αλλαγή του 2028
Η αναπροσαρμογή του 2027 έχει μία ακόμη ιδιαιτερότητα. Με βάση το ισχύον χρονοδιάγραμμα, θα είναι η τελευταία πριν από την πλήρη ενεργοποίηση του νέου μηχανισμού προσδιορισμού του κατώτατου μισθού.
Υπενθυμίζεται ότι από το 2028 η διαδικασία αλλάζει, με την ετήσια αύξηση να συνδέεται με συγκεκριμένους οικονομικούς δείκτες και να περιορίζεται σημαντικά το περιθώριο πολιτικής διαπραγμάτευσης γύρω από το ύψος της αναπροσαρμογής.
Ο νέος μηχανισμός προβλέπει ότι η μεταβολή του κατώτατου μισθού και του κατώτατου ημερομισθίου θα προκύπτει από δύο βασικές παραμέτρους: την εξέλιξη των τιμών για τα νοικοκυριά του χαμηλότερου εισοδηματικού 20% και τη μεταβολή της αγοραστικής δύναμης των μισθών.
Για τον πληθωρισμό θα εξετάζεται η ετήσια μεταβολή κατά το διάστημα από την 1η Ιουλίου του προηγούμενου έτους έως τις 30 Ιουνίου του έτους της αναπροσαρμογής. Η δεύτερη παράμετρος θα συνδέεται με τον δείκτη μισθών που καταρτίζει η Ελληνική Στατιστική Αρχή.
Στόχος του νέου συστήματος είναι ο κατώτατος μισθός να ακολουθεί περισσότερο αυτοματοποιημένη διαδρομή, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την ακρίβεια που αντιμετωπίζουν τα χαμηλότερα εισοδήματα όσο και την πραγματική εξέλιξη των αποδοχών στην οικονομία.
Εδώ, πάντως, εντοπίζεται και μία από τις βασικές εκκρεμότητες του νέου συστήματος. Ο δείκτης μισθών της ΕΛΣΤΑΤ αποτελεί εδώ και χρόνια ζητούμενο για την οικονομική πολιτική. Η σημασία του δεν περιορίζεται στον μελλοντικό καθορισμό του κατώτατου μισθού, καθώς είχε προβλεφθεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς και για την αναπροσαρμογή των ασφαλιστικών εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών.
Η εφαρμογή του στην πράξη έχει αποδειχθεί σύνθετη, καθώς εκτιμήσεις δείχνουν ότι ένας δείκτης που παρακολουθεί την εξέλιξη των μισθών θα μπορούσε σε ορισμένες περιόδους να οδηγεί σε αισθητά μεγαλύτερες αναπροσαρμογές σε σχέση με εκείνες που προκύπτουν με βάση τον πληθωρισμό.
Μέχρι να αποσαφηνιστούν όλες οι τεχνικές παράμετροι του νέου συστήματος, πάντως, το ενδιαφέρον στρέφεται στο 2027. Η χρονιά θα συνδυάσει δύο διαφορετικούς μηχανισμούς ενίσχυσης των αποδοχών: τη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού και την πρώτη τριετία για εργαζομένους που άρχισαν να συγκεντρώνουν προϋπηρεσία από το 2024.
Για όσους πληρούν τις προϋποθέσεις, οι δύο μεταβολές λειτουργούν σωρευτικά, με αποτέλεσμα η τελική αύξηση στον μικτό μισθό να είναι αισθητά μεγαλύτερη από την ονομαστική αύξηση που θα ανακοινωθεί για τον κατώτατο.
Πηγή: flash.gr





