ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΡΕΔΗ
Η φετινή Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης δεν θα είναι μία ακόμη διοργάνωση κατά την οποία η κυβέρνηση θα παρουσιάσει ένα «καλάθι» παροχών και η αντιπολίτευση θα απαντήσει με ένα μεγαλύτερο. Η 90ή ΔΕΘ, που πραγματοποιείται από τις 5 έως τις 13 Σεπτεμβρίου, ανοίγει στην πραγματικότητα έναν νέο πολιτικό κύκλο, με φόντο τις επόμενες εθνικές εκλογές και έναν κομματικό χάρτη που αλλάζει.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα επιχειρήσει να ανακτήσει το πολιτικό προβάδισμα μέσα από συγκεκριμένες οικονομικές παρεμβάσεις. Ο Αλέξης Τσίπρας επιστρέφει διεκδικώντας εκ νέου πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο Νίκος Ανδρουλάκης καλείται να αποδείξει ότι το ΠΑΣΟΚ παραμένει ο βασικός εναλλακτικός κυβερνητικός πόλος, ενώ η Μαρία Καρυστιανού δίνει τις πρώτες σοβαρές εξετάσεις για τη μετάβαση από την κοινωνική διαμαρτυρία σε μια ολοκληρωμένη πολιτική πρόταση.
Το ενδιαφέρον, επομένως, δεν περιορίζεται στα ποσά που θα ακουστούν από το βήμα του Βελλιδείου. Αφορά το ποιος μπορεί να περιγράψει με μεγαλύτερη αξιοπιστία την Ελλάδα της επόμενης τετραετίας.
Τι αναμένεται να ανακοινώσει ο Μητσοτάκης
Ο πρωθυπουργός ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη έχοντας απέναντί του έναν πολύ συγκεκριμένο αντίπαλο: την καθημερινότητα των πολιτών. Η κυβέρνηση διαθέτει θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες, μπορεί να επικαλεστεί την αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και τις καλύτερες αξιολογήσεις της οικονομίας, αλλά αυτά από μόνα τους δεν αρκούν.
Ο πολίτης δεν κρίνει την οικονομία από τις εκθέσεις των διεθνών οίκων. Την κρίνει στο σούπερ μάρκετ, στον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος, στο ενοίκιο και στο ποσό που απομένει στον τραπεζικό του λογαριασμό στο τέλος του μήνα.
Σύμφωνα με τα έως τώρα δημοσιεύματα, το κυβερνητικό πακέτο αναμένεται να κινηθεί γύρω από επτά βασικές κατηγορίες: μισθούς, συντάξεις, φορολογία, ασφαλιστικές εισφορές, οικογένειες, στεγαστικό και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Στο τραπέζι βρίσκονται η περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, παρεμβάσεις στο τεκμαρτό εισόδημα των ελεύθερων επαγγελματιών, αυξημένη ενίσχυση για οικογένειες με παιδιά και νέα εργαλεία για τη στεγαστική κρίση. Παράλληλα, ο κυβερνητικός στόχος προβλέπει κατώτατο μισθό τουλάχιστον 950 ευρώ το 2027, ενώ εξετάζονται υψηλότερα ποσά, χωρίς να έχουν οριστικοποιηθεί.
Για τους συνταξιούχους αναμένονται η ετήσια αύξηση των συντάξεων, αλλαγές στην προσωπική διαφορά, διορθώσεις στην Εισφορά Αλληλεγγύης και ενδεχομένως μία πρόσθετη οικονομική ενίσχυση για συγκεκριμένες κατηγορίες. Για τη στέγη, εξετάζονται κίνητρα ώστε κλειστά ακίνητα να επιστρέψουν στη μακροχρόνια μίσθωση, νέα χρηματοδοτικά εργαλεία και φορολογικές παρεμβάσεις για ιδιοκτήτες.
Δεν πρέπει, ωστόσο, να περιμένουμε επιστροφή του 13ου και του 14ου μισθού στο Δημόσιο ή της 13ης και 14ης σύνταξης. Η κυβέρνηση έχει ουσιαστικά κλείσει αυτή τη συζήτηση, επικαλούμενη το υψηλό δημοσιονομικό κόστος.
Το πιθανότερο είναι ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα παρουσιάσει ένα πακέτο προσεκτικά κοστολογημένων και μόνιμων παρεμβάσεων, αποφεύγοντας μια ανεξέλεγκτη πλειοδοσία. Θα επιχειρήσει παράλληλα να συνδέσει τις παροχές με τη δημοσιονομική αξιοπιστία, τη μείωση της φοροδιαφυγής και την ανάπτυξη.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η έμφαση στις πρόωρες αποπληρωμές χρέους, οι οποίες προσεγγίζουν τα 13 δισ. ευρώ για το 2026. Σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομικών, η εξοικονόμηση από τη μείωση του κόστους εξυπηρέτησης υπολογίζεται σε περίπου 370 εκατ. ευρώ ετησίως.
Το μεγάλο πρόβλημα για την κυβέρνηση
Το ερώτημα δεν είναι είναι εάν θα ανακοινωθούν θετικά μέτρα. Είναι εάν αυτά θα γίνουν αισθητά στην πραγματική ζωή.
Μία φορολογική ελάφρυνση της τάξης των λίγων δεκάδων ευρώ τον μήνα χάνει γρήγορα την αξία της, όταν το ενοίκιο αυξάνεται κατά εκατοντάδες ευρώ και οι τιμές βασικών προϊόντων παραμένουν υψηλές. Μία αύξηση μισθού δεν αρκεί εάν απορροφάται από την ακρίβεια πριν φτάσει στην τσέπη του εργαζομένου.
Ο πρωθυπουργός, συνεπώς, θα πρέπει να απαντήσει όχι μόνο στο «πόσα δίνω», αλλά κυρίως στο «τι αλλάζω». Οι πολίτες περιμένουν μόνιμες λύσεις για το κόστος ζωής, τη στέγη, την Υγεία, την Παιδεία και τη λειτουργία του κράτους. Δεν ζητούν απλώς ένα επίδομα. Ζητούν την αίσθηση ότι μπορούν να προγραμματίσουν τη ζωή τους.
Τσίπρας: Επιστροφή με επιθετικό οικονομικό πρόγραμμα
Ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε να επιστρέψει στην πρώτη γραμμή μέσα από την οικονομία. Το πρόγραμμα της ΕΛΑΣ προβλέπει παρεμβάσεις συνολικού μικτού κόστους 7,39 δισ. ευρώ στην τετραετία, με καθαρή δαπάνη 5,47 δισ. ευρώ και εκτιμώμενο διαθέσιμο δημοσιονομικό περιθώριο 5,6 δισ. ευρώ. Στη χρηματοδότησή του εντάσσεται και η προτεινόμενη «Πατριωτική Εισφορά», με στόχο τη μετατόπιση βαρών προς τα υψηλότερα εισοδήματα και τον μεγάλο πλούτο.
Ανάμεσα στους βασικούς στόχους περιλαμβάνονται κατώτατος μισθός 1.000 ευρώ μέσα στο 2027 και μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης 1.800 ευρώ στο τέλος της τετραετίας. Το σχέδιο δίνει βάρος στις συλλογικές συμβάσεις, στην αναδιανομή, στο κοινωνικό κράτος και στην αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης.
Η πολιτική δυσκολία για τον Αλέξη Τσίπρα δεν είναι να παρουσιάσει ένα κοινωνικά ελκυστικό πρόγραμμα. Είναι να πείσει ότι το σχέδιο εφαρμόζεται, χρηματοδοτείται και δεν αποτελεί επιστροφή στις υποσχέσεις και στις συγκρούσεις της προηγούμενης δεκαετίας.
Η ΔΕΘ είναι για εκείνον δοκιμασία επανανομιμοποίησης. Πρέπει να εμφανιστεί όχι ως ένας πρώην πρωθυπουργός που ζητά δεύτερη ευκαιρία, αλλά ως ο επικεφαλής μιας νέας κυβερνητικής πρότασης. Εάν δεν εξηγήσει με σαφήνεια από πού θα προέλθουν οι πόροι, ποιοι θα πληρώσουν περισσότερο και πώς θα προστατευθεί η οικονομική σταθερότητα, το πρόγραμμα κινδυνεύει να αντιμετωπιστεί ως γενναιόδωρο αλλά ανεπαρκώς εφαρμόσιμο.
Ανδρουλάκης: Η δυσκολότερη πολιτική εξίσωση
Ο Νίκος Ανδρουλάκης βρίσκεται ίσως μπροστά στη δυσκολότερη αποστολή. Πρέπει να ασκήσει πειστική αντιπολίτευση στον Κυριάκο Μητσοτάκη, να αποκρούσει την επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα και συγχρόνως να αποδείξει ότι το ΠΑΣΟΚ διαθέτει δική του, διακριτή κυβερνητική πρόταση.
Η Χαριλάου Τρικούπη προετοιμάζει ένα συνολικό σχέδιο με ορίζοντα την «Ελλάδα του 2030», αντί μιας απλής λίστας παροχών. Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει προτάσεις για την οικονομία, την ενέργεια, το ασφαλιστικό και τη λειτουργία του κράτους.
Το ΠΑΣΟΚ αναμένεται να επιμείνει στη ρύθμιση της αγοράς, στην αντιμετώπιση των ανισοτήτων, στην κοινωνική κατοικία, στη μείωση του ενεργειακού κόστους και στην ενίσχυση του κοινωνικού κράτους. Παράλληλα, θα επιχειρήσει να παρουσιάσει τον εαυτό του ως δύναμη πολιτικής αλλαγής χωρίς δημοσιονομικούς τυχοδιωκτισμούς.
Το πρόβλημα του Νίκου Ανδρουλάκη είναι ότι δεν αρκεί να διαθέτει τεκμηριωμένο πρόγραμμα. Πρέπει να το μετατρέψει σε καθαρό πολιτικό αφήγημα, το οποίο να καταλαβαίνει ο πολίτης μέσα σε λίγες φράσεις. Και πρέπει να εξηγήσει γιατί το ΠΑΣΟΚ αποτελεί περισσότερο αξιόπιστη επιλογή από την κυβέρνηση, αλλά και περισσότερο σύγχρονη από την πρόταση Τσίπρα.
Η φετινή παρουσία του στη ΔΕΘ δεν θα κριθεί μόνο από τις εξαγγελίες του. Θα κριθεί από το εάν καταφέρει να διατηρήσει το ΠΑΣΟΚ στο κέντρο της συζήτησης ή εάν εγκλωβιστεί ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και τη νέα ΕΛΑΣ.
Καρυστιανού: Από το ηθικό αίτημα στο κυβερνητικό σχέδιο
Για τη Μαρία Καρυστιανού, η παρουσία στη ΔΕΘ έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η «ΕΛΠΙΔΑ για τη Δημοκρατία» έχει οικοδομήσει την ταυτότητά της γύρω από την κάθαρση, τη λογοδοσία, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και τη σύγκρουση με ένα πολιτικό σύστημα που θεωρεί αναξιόπιστο.
Στη Θεσσαλονίκη, όμως, θα πρέπει να γίνει το επόμενο βήμα. Η ηθική καταγγελία και το αίτημα για Δικαιοσύνη αποτελούν ισχυρή πολιτική αφετηρία, αλλά δεν επαρκούν για τη διακυβέρνηση μιας χώρας.
Η Μαρία Καρυστιανού έχει προαναγγείλει ένα πρόγραμμα με έμφαση στη Δικαιοσύνη, τον πρωτογενή τομέα, την ανάπτυξη και το δημογραφικό.
Το κρίσιμο είναι εάν θα παρουσιάσει συγκεκριμένες, κοστολογημένες και εφαρμόσιμες θέσεις για την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, την Υγεία, την Παιδεία και τη δημόσια διοίκηση. Η ΔΕΘ θα δείξει εάν η «ΕΛΠΙΔΑ» μπορεί να περάσει από το ισχυρό συμβολικό κεφάλαιο σε μια πλήρη πρόταση εξουσίας.
Τι πραγματικά πρέπει να περιμένουμε
Από τη φετινή ΔΕΘ πρέπει να περιμένουμε τρεις παράλληλες μάχες.
Η πρώτη είναι η μάχη της τσέπης. Κυβέρνηση και αντιπολίτευση θα παρουσιάσουν μέτρα για μισθούς, συντάξεις, φόρους και στέγη. Ο πραγματικός κριτής θα είναι το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.
Η δεύτερη είναι η μάχη της αξιοπιστίας. Δεν αρκεί πλέον η εξαγγελία ενός εντυπωσιακού ποσού. Κάθε πολιτικός αρχηγός οφείλει να εξηγήσει το κόστος, τις πηγές χρηματοδότησης, το χρονοδιάγραμμα και τους πραγματικούς δικαιούχους.
Η τρίτη είναι η μάχη της επόμενης ημέρας. Ο Μητσοτάκης θέλει να διατηρήσει την πολιτική κυριαρχία του. Ο Τσίπρας να επιστρέψει ως βασικός διεκδικητής της εξουσίας. Ο Ανδρουλάκης να μην παραμεριστεί από το νέο δίπολο. Η Καρυστιανού να αποδείξει ότι διαθέτει κάτι περισσότερο από ένα ισχυρό κοινωνικό και ηθικό μήνυμα.
Η ΔΕΘ δεν χρειάζεται άλλη μία πλειοδοσία
Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να μετατραπεί και αυτή η ΔΕΘ σε διαγωνισμό παροχών. Η ελληνική κοινωνία έχει ακούσει πολλές φορές μεγαλόπνοες υποσχέσεις, οι οποίες είτε δεν εφαρμόστηκαν είτε εξανεμίστηκαν μέσα στην ακρίβεια.
Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο: αξιοπρεπείς μισθοί, προσιτή στέγη, λειτουργικό δημόσιο σύστημα Υγείας, σοβαρή Παιδεία, δίκαιη φορολογία και ένα κράτος που δεν ταλαιπωρεί τον πολίτη.
Η φετινή ΔΕΘ θα είναι επιτυχημένη μόνο εάν οι πολιτικοί αρχηγοί απαντήσουν καθαρά σε τέσσερα ερωτήματα: Ποιο είναι το σχέδιό τους; Πόσο κοστίζει; Ποιος το χρηματοδοτεί; Και κυρίως, πότε θα δει ο πολίτης πραγματική αλλαγή στη ζωή του;
Όλα τα υπόλοιπα θα είναι απλώς αριθμοί σε ομιλίες, χειροκροτήματα στις αίθουσες και υποσχέσεις που θα ξεχαστούν μόλις σβήσουν τα φώτα της Θεσσαλονίκης.





