Βολές κατά του Αλέξη Τσίπρα για την επονομαζόμενη «Πατριωτική Εισφορά» εξαπολύει με ανάρτησή του ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος, με αφορμή την απόφαση του Κρις Ρόκος, του ιδρυτή της Rokos Capital Management, που διαχειρίζεται κεφάλαια 22 δισ. δολαρίων, να μεταφέρει τη φορολογική του κατοικία στη χώρα μας λόγω της υψηλής φορολογίας στη Μεγάλη Βρετανία.
«Μάλλον (και ευτυχώς) ο Ρόκος δεν παρακολούθησε την ομιλία του κ. Τσίπρα…» υπογραμμίζει με νόημα ο υπουργός Επικρατείας και σημειώνει ότι η είδηση αυτή, εξηγεί από μόνη της γιατί πρόχειρες ιδέες, όπως η πατριωτική εισφορά του κ. Τσίπρα, δεν έχουν καμία τύχη στον σημερινό κόσμο.
Υπογραμμίζει μάλιστα ότι η αντιπολίτευση πρέπει να απαντήσει σε μια θεμελιώδη αντίφαση που χαρακτηρίζει το δημόσιο λόγο της:
«Από τη μία ασκεί κριτική στην κυβέρνηση για το επενδυτικό κενό που μας χωρίζει ακόμη από την υπόλοιπη Ευρώπη (το 2019 οι επενδύσεις ήταν στο 11% του ΑΕΠ και το 2026 είναι στο 17% με την ΕΕ στο 20-21%) όταν ταυτόχρονα εισηγείται ανεφάρμοστες πολιτικές που το μόνο που μπορούν να πετύχουν είναι να διώξουν επενδυτικά κεφάλαια, εισοδήματα και περιουσίες προς άλλες χώρες» παρατηρεί ο κ. Σκέρτσος.
Όπως εξηγεί «η Ελλάδα πρέπει να παραμείνει για πολλά χρόνια ένας πιο ελκυστικός και ανταγωνιστικός επενδυτικός προορισμός» και υπογραμμίζει ότι «η ποιότητα των ξένων και ελληνικών επενδύσεων που είμαστε ικανοί να φέρουμε στη χώρα είναι αυτή που θα κρίνει τόσο την ευημερία των πολιτών όσο και την άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Όχι η υπερφορολόγησή τους».
Αναλυτικά η ανάρτησή του
«Μάλλον (και ευτυχώς) ο κ. Rokos δεν παρακολούθησε την ομιλία του κ. Τσίπρα…
Στα σοβαρά, όμως, η είδηση αυτή εξηγεί από μόνη της γιατί πρόχειρες ιδέες, όπως η πατριωτική εισφορά του κ. Τσίπρα, δεν έχουν καμία τύχη στον σημερινό κόσμο. Το κεφάλαιο πάντα βρίσκει και θα συνεχίσει να βρίσκει τρόπους να μετακινείται εύκολα σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία όταν κρίνει ότι το επενδυτικό και φορολογικό περιβάλλον δεν είναι ευνοϊκό.
Η αντιπολίτευση πρέπει κάποια στιγμή αυτό να το καταλάβει. Και, ταυτόχρονα, πρέπει να απαντήσει σε μια θεμελιώδη αντίφαση που χαρακτηρίζει το δημόσιο λόγο της:
Από τη μία ασκεί κριτική στην κυβέρνηση για το επενδυτικό κενό που μας χωρίζει ακόμη από την υπόλοιπη Ευρώπη (το 2019 οι επενδύσεις ήταν στο 11% του ΑΕΠ και το 2026 είναι στο 17% με την ΕΕ στο 20-21%) όταν ταυτόχρονα εισηγείται ανεφάρμοστες πολιτικές που το μόνο που μπορούν να πετύχουν είναι να διώξουν επενδυτικά κεφάλαια, εισοδήματα και περιουσίες προς άλλες χώρες.
Η Ελλάδα πρέπει να παραμείνει για πολλά χρόνια ένας πιο ελκυστικός και ανταγωνιστικός επενδυτικός προορισμός συγκριτικά με άλλες χώρες με στόχο την προσέλκυση περισσότερων κεφαλαίων, ώστε να υπερβούμε το στόχο των επενδύσεων >20% του ΑΕΠ και να γίνουμε μια χώρα καλύτερων εισοδημάτων. Που σημαίνει ότι θα πρέπει να διατηρήσουμε ένα φορολογικό μίγμα φιλικό προς το επιχειρείν και σίγουρα όχι δυσμενέστερο από άλλες χώρες.
Η ποσότητα και η ποιότητα των ξένων και ελληνικών επενδύσεων που είμαστε ικανοί να φέρουμε στη χώρα είναι αυτή που θα κρίνει τόσο την ευημερία των πολιτών όσο και την άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Όχι η υπερφορολόγησή τους».
Πηγή: ieidiseis.gr





