ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Λήψη άρθρων...
Header Scripts Init

Πώς η Ελλάδα έγινε παραγωγός αβοκάντο και μάνγκο

Δημοσίευση

Θέλεις να βλέπεις τα νέα του
thenewspaper.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:

Πρόσθεσε το thenewspaper.gr
στα αγαπημένα σου στη Google

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, η ιδέα να παράγει η Ελλάδα εξωτικά ή τροπικά φρούτα – όπως το αβοκάντο – σε εμπορική κλίμακα ακουγόταν σαν ένα τολμηρό πείραμα. Σήμερα, ωστόσο, η πραγματικότητα μιλάει από μόνη της.
Τα ελληνικά αβοκάντο από την Κρήτη έχουν κερδίσει μόνιμη θέση στους πάγκους των λαϊκών αγορών αλλά και στα ράφια των σούπερ μάρκετ, ειδικά τον χειμώνα που είναι η εποχή τους. Πρόκειται για μια υπετροφή που είναι της μόδας χάρη στο γεγονός ότι είναι πλούσια σε πρωτεΐνες.

Την ίδια στιγμή, το μάνγκο – που μαζί με την παπάγια θεωρείται από τα πιο νόστιμα φρούτα παγκοσμίως – αρχίζει να κατακτά το εγχώριο εμπόριο: το έχουμε δει στο παγωτό εδώ και χρόνια, αλλά πλέον έχουν κάνει δυναμική είσοδο στην ελληνική αγορά τα γιαούρτια με μάνγκο και οι φρέσκοι χυμοί. Κάποιες πρώτες προσπάθειες για καλλιέργειες έχουν ξεκινήσει τα τελευταία 3 χρόνια στην Πελοπόννησο και αλλού.
Αυτή η τάση δεν είναι απλώς μια διατροφική μόδα. Σύμφωνα με νέα έκθεση της ολλανδικής τράπεζας Rabobank για την παραγωγή τροπικών φρούτων στην Ευρώπη, οι παγκόσμιες κλιματικές μετατοπίσεις και οι εμπορικές δυναμικές φέρνουν την Ελλάδα, μαζί με τη Νότια Ιταλία και την Ιβηρική χερσόνησο, στο επίκεντρο μιας αναδυόμενης αγοράς.
Αβοκάντο και τροπικά φρούτα – «Έκρηξη» της ευρωπαϊκής ζήτησης και περιθώρια κέρδους
Το βασικό κίνητρο πίσω από αυτή τη στροφή είναι καθαρά οικονομικό. Την ώρα που η συνολική κατανάλωση των κλασικών φρούτων και λαχανικών στην Ευρώπη παραμένει στάσιμη, η ζήτηση για αβοκάντο και μάνγκο καταγράφει άλματα.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, περίπου το 90% των τροπικών φρούτων εξακολουθεί να εισάγεται από τρίτες χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής, με τις εισαγωγές αβοκάντο να έχουν σχεδόν πενταπλασιαστεί από το 2010.
Για έναν παραγωγό, το οικονομικό δέλεαρ είναι ξεκάθαρο. Τα στοιχεία της Rabobank δείχνουν ότι την τελευταία τριετία η μέση αξία εισαγωγής για το σύνολο των νωπών φρούτων στην ΕΕ διαμορφώθηκε περίπου στα 1,26 ευρώ το κιλό.
Για τα τροπικά φρούτα όμως –εξαιρουμένων της μπανάνας και του ανανά– η μέση τιμή εισαγωγής εκτοξεύεται στα 2,54 ευρώ το κιλό. Γι΄αυτό τον λόγο, οι συγκεκριμένες καλλιέργειες είναι εξαιρετικά ελκυστικές για τους Ευρωπαίους αγρότες που παλεύουν με το υψηλό κόστος παραγωγής και τη μείωση των περιθωρίων κέρδους στα παραδοσιακά οπωροκηπευτικά.
Shutterstock
Αβοκάντο: Γιατί τώρα και γιατί στην Ελλάδα
Ένας άλλος λόγος που το αβοκάντο και το μάνγκο ταιριάζουν στη χώρα μας είναι η κλιματική αλλαγή, με την άνοδο της θερμοκρασίας και τη μείωση των ημερών παγετού στη Μεσόγειο.
Οι προβολές κλιματικής καταλληλότητας της έρευνας με ορίζοντα το 2050 δείχνουν ότι περιοχές της Νότιας Ευρώπης αποκτούν μικροκλίματα που ευνοούν θερμόφιλες, υποτροπικές καλλιέργειες.
Σε αυτή τη γεωγραφική εξίσωση, ιδίως η Νότια Ελλάδα, η Κρήτη και η Ανατολική Μεσόγειος διαθέτουν το απαραίτητο καλύτερο κλίμα.
Παράλληλα, η γεωγραφική εγγύτητα με τις μεγάλες αγορές της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης δίνει τεράστιο πλεονέκτημα φρεσκάδας και χαμηλότερου ανθρακικού αποτυπώματος σε σχέση με τα φρούτα που ταξιδεύουν εβδομάδες με πλοία από τη Λατινική Αμερική.
Το «στοίχημα» του νερού και οι αναγκαίες υποδομές
Παρά τις ιδανικές θερμοκρασίες, οι αναλυτές της Rabobank σπεύδουν να ξεκαθαρίσουν ότι το κλίμα από μόνο του δεν αρκεί. Η καλλιέργεια αβοκάντο και μάνγκο απαιτεί σημαντικές ποσότητες νερού, σε μια εποχή όπου η ξηρασία και η λειψυδρία αποτελούν το νούμερο ένα πρόβλημα για τη μεσογειακή αγροτική οικονομία.
Για να μπορέσει η χώρα μας να εκμεταλλευτεί αυτό το παράθυρο ευκαιρίας και να μην εξαντληθεί σε μεμονωμένες προσπάθειες, απαιτούνται στοχευμένες επενδύσεις.
Η δημιουργία σύγχρονων αρδευτικών δικτύων, τα έργα αποθήκευσης νερού, η εξειδικευμένη αγροτική τεχνογνωσία και οι υποδομές τυποποίησης, διαλογής και μεταφοράς είναι οι κρίσιμοι κρίκοι της αλυσίδας.
Σίγουρα το αβοκάντο και το μάνγκο δεν πρόκειται να αντικαταστήσουν παραδοσιακές ελληνικές καλλιέργειες, όπως η ελιά ή το αμπέλι.
Μπορούν, όμως, να αποτελέσουν ένα premium, εγχώριο προϊόν υψηλής προστιθέμενης αξίας, που θα ξεχωρίζει για τη γεύση, την ιχνηλασιμότητα και την ποιότητά του, προσφέροντας παράλληλα μια ουσιαστική διέξοδο στο μέλλον των Ελλήνων παραγωγών.

Πηγή: ieidiseis.gr