ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Λήψη άρθρων...
Header Scripts Init

Η στεγαστική κρίση των 30άρηδων και το «κραχ» υπογεννητικότητας

Δημοσίευση

Θέλεις να βλέπεις τα νέα του
thenewspaper.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:

Πρόσθεσε το thenewspaper.gr
στα αγαπημένα σου στη Google

Δύο παράλληλες κρίσεις διαμορφώνουν ένα εκρηκτικό τοπίο για το μέλλον της Ελλάδας: από τη μία, η αδυναμία των νέων να εξασφαλίσουν αυτόνομη και οικονομικά προσιτή στέγη και, από την άλλη, η δραματική υποχώρηση των γεννήσεων.
Οι νέοι εγκαταλείπουν το πατρικό τους μετά τα 30, ενώ η μέση ηλικία απόκτησης παιδιού έχει φτάσει πλέον στα 32,2 χρόνια. Την ίδια στιγμή, οι γεννήσεις στην Ελλάδα έχουν μειωθεί κατά 42% μέσα σε μία 15ετία, από τις 117,44 χιλιάδες το 2009 στις 68,31 χιλιάδες το 2024.

Η στεγαστική κρίση δεν αποτελεί τη μοναδική αιτία του δημογραφικού προβλήματος. Δημιουργεί, ωστόσο, ακόμη ένα σοβαρό εμπόδιο για μια γενιά που δυσκολεύεται να ανεξαρτητοποιηθεί, να σχεδιάσει το μέλλον της και να προχωρήσει στη δημιουργία οικογένειας.
Τα νεότερα στοιχεία της Eurostat για τη στέγαση και την οικονομική κατάσταση των νέων, σε συνδυασμό με τη νέα έκθεση του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών, αποτυπώνουν τις δύο όψεις του ίδιου αδιεξόδου: οι 30άρηδες παραμένουν στο πατρικό και η χώρα αποκτά όλο και λιγότερα παιδιά.
Στα 30,9 χρόνια η «έξοδος» από το πατρικό
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι νέοι εγκαταλείπουν την οικογενειακή εστία κατά μέσο όρο στα 26,3 χρόνια. Στην Ελλάδα, όμως, η ανεξαρτητοποίηση μετατίθεται για αρκετά αργότερα, καθώς πραγματοποιείται κατά μέσο όρο στα 30,9 χρόνια.
Η Ελλάδα καταγράφει τη δεύτερη υψηλότερη ηλικία αποχώρησης από το πατρικό στην ΕΕ, μαζί με τη Σλοβακία και πίσω μόνο από την Κροατία, όπου ο αντίστοιχος μέσος όρος φτάνει τα 31,5 χρόνια.
► Όνειρο απατηλό το σπίτι για τους νέους στην Ελλάδα – Έκθεση του ΟΟΣΑ
Στον αντίποδα, στη Φινλανδία οι νέοι φεύγουν από το σπίτι των γονιών τους περίπου στα 21,4 χρόνια, στη Δανία στα 21,8 και στην Εσθονία και τη Λιθουανία στα 22,7.
Η καθυστερημένη ανεξαρτητοποίηση δεν σχετίζεται μόνο με πολιτισμικές διαφορές ή με τους στενούς οικογενειακούς δεσμούς που χαρακτηρίζουν τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Συνδέεται άμεσα και με τις οικονομικές δυνατότητες των νέων, την κατάσταση στην αγορά εργασίας και το ολοένα υψηλότερο κόστος εξασφάλισης κατοικίας.
Η εργασία δεν αρκεί για να φύγουν από το σπίτι
Η παραμονή στην οικογενειακή εστία δεν αφορά αποκλειστικά φοιτητές και ανέργους. Από τους νέους ηλικίας 18 έως 34 ετών στην ΕΕ που ζουν με τους γονείς τους ή εξακολουθούν να συνδέονται οικονομικά με το οικογενειακό νοικοκυριό, το 36,7% εργάζεται με πλήρες ωράριο και ακόμη ένα 7,2% με μερική απασχόληση.
Το εύρημα αναδεικνύει μια νέα πραγματικότητα: ακόμη και η ύπαρξη εργασίας δεν εξασφαλίζει απαραιτήτως τη δυνατότητα αυτόνομης διαβίωσης.
Στην Ελλάδα, το πρόβλημα επιτείνεται από τη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στα εισοδήματα και στο κόστος κατοικίας. Το 2025, το διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα διαμορφώθηκε στις 13.612 μονάδες αγοραστικής δύναμης, έναντι 22.630 στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η απόκλιση δεν αφορά μόνο τη σημερινή εικόνα. Σε πραγματικούς όρους, σε σύγκριση με το 2010, το διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 25,4% στην ΕΕ, ενώ στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 22,3%.
Η Ελλάδα στην κορυφή της στεγαστικής επιβάρυνσης
Το 2025, το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριό όπου τουλάχιστον το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος κατευθυνόταν στο συνολικό κόστος στέγασης. Ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν μόλις 7,7%.
Το συγκεκριμένο ποσοστό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νέοι ή όλοι οι ενοικιαστές δαπανούν το 40% του εισοδήματός τους αποκλειστικά για ενοίκιο. Αποτυπώνει το τμήμα του πληθυσμού που αντιμετωπίζει υπερβολική στεγαστική επιβάρυνση, διαθέτοντας τουλάχιστον τέσσερα από κάθε δέκα ευρώ του εισοδήματός του για το σύνολο των στεγαστικών δαπανών.
Η οικονομική πίεση αποτυπώνεται και σε άλλους δείκτες. Το 87,1% των πολιτών στην Ελλάδα δήλωσε ότι αντιμετωπίζει τουλάχιστον κάποια δυσκολία να τα βγάλει πέρα, έναντι 42,5% στην ΕΕ, ενώ το 67,2% θεωρεί τον εαυτό του φτωχό.
Παράλληλα, το 18,1% του πληθυσμού δήλωσε ότι αδυνατεί να καλύψει το κόστος για την επαρκή θέρμανση της κατοικίας του, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο 8,8%.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αποχώρηση από το πατρικό μετατρέπεται σε εξαιρετικά δύσκολη απόφαση. Το ενοίκιο ή η δόση ενός στεγαστικού δανείου προστίθενται στους λογαριασμούς και στα καθημερινά έξοδα, σε μια χώρα όπου το διαθέσιμο εισόδημα παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στα 32,2 χρόνια η απόκτηση παιδιού
Την ώρα που οι νέοι φεύγουν από το πατρικό στα 30,9 χρόνια, η μέση ηλικία απόκτησης παιδιού έχει ανέλθει στα 32,2 χρόνια, από 26,2 το 1979-1980. Μέσα σε περίπου τέσσερις δεκαετίες, δηλαδή, η τεκνοποίηση έχει μετατεθεί κατά σχεδόν έξι χρόνια. Η αναβολή αυτή συνδέεται με ένα πλέγμα κοινωνικών, οικονομικών και δημογραφικών παραγόντων, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται η μεγαλύτερη διάρκεια των σπουδών, η εργασιακή ανασφάλεια, τα χαμηλά εισοδήματα και η δυσκολία εξασφάλισης στέγης.
► Δημογραφική κατάρρευση στην Ελλάδα: Μείωση γεννήσεων 42% σε μια 15ετία – Οι 6 νομοί που ερημώνουν
Η σύνδεση δεν είναι αυτόματη: η παραμονή στο πατρικό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι ένας νέος δεν θα αποκτήσει παιδιά, όπως και η απόκτηση κατοικίας δεν οδηγεί από μόνη της στη δημιουργία οικογένειας. Ωστόσο, η απουσία σταθερής και προσιτής στέγης περιορίζει τις επιλογές και μεταθέτει τις αποφάσεις για απόκτηση παιδιών για αργότερα.
Κατά 42% μειώθηκαν οι γεννήσεις
Η καθυστέρηση στη δημιουργία οικογένειας καταγράφεται σε μια περίοδο κατά την οποία η δημογραφική συρρίκνωση της Ελλάδας έχει επιταχυνθεί δραματικά.
Οι γεννήσεις μειώθηκαν από 117,44 χιλιάδες το 2009 σε 68,31 χιλιάδες το 2024, καταγράφοντας πτώση 42%.
Εάν εξεταστούν οι μέσοι όροι ανά διετία, η πτώση είναι αντίστοιχα εντυπωσιακή. Από 117,7 χιλιάδες γεννήσεις το 2008-2009 σε περίπου 66,7 χιλιάδες το 2024-2025.
Η μείωση είχε αρχίσει ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, με μια προσωρινή ανάκαμψη την περίοδο 2003-2009, η οποία αποδίδεται κυρίως στη μαζική είσοδο αλλοδαπών στην Ελλάδα μετά το 1990.
Παράλληλα, οι γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο δύο παιδιά, ενώ όσες γεννήθηκαν γύρω στο 1985 απέκτησαν λιγότερα από 1,5.
Οι ετήσιοι δείκτες γονιμότητας περιορίστηκαν αντίστοιχα από 2.200 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες το 1979-1980 σε 1.240 το 2024-2025.
Όλο και λιγότεροι νέοι σε αναπαραγωγική ηλικία
Το δημογραφικό πρόβλημα τροφοδοτεί πλέον τον εαυτό του. Δεν μειώνεται μόνο ο αριθμός των παιδιών που αποκτά κάθε γυναίκα, αλλά περιορίζεται και ο αριθμός των ανθρώπων που βρίσκονται σε ηλικία δημιουργίας οικογένειας.
Ο γυναικείος πληθυσμός ηλικίας 25 έως 44 ετών μειώθηκε κατά σχεδόν 480.000 άτομα ή 28%. Η εξέλιξη οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι φτάνουν πλέον σε αναπαραγωγική ηλικία οι αριθμητικά μικρότερες γενιές που γεννήθηκαν μετά το 1980.
Δευτερευόντως, συνδέεται και με το αρνητικό μεταναστευτικό ισοζύγιο που καταγράφηκε μετά το 2010 στις συγκεκριμένες ηλικίες.
Χωρίς θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο, οι γεννήσεις την περίοδο 2026-2045 αναμένεται να παραμείνουν, με σχετικά μικρές διακυμάνσεις, γύρω στις 65.000 ετησίως.
Η Ελλάδα γερνά και ολόκληρες περιοχές αδειάζουν
Η πτώση των γεννήσεων, σε συνδυασμό με την αύξηση των θανάτων, έχει μετατρέψει τα φυσικά ισοζύγια της χώρας σε βαθιά αρνητικά.
Τη δεκαετία 1971-1980 καταγράφηκαν 638.000 περισσότερες γεννήσεις από θανάτους. Το πλεόνασμα περιορίστηκε στις 276.000 την επόμενη δεκαετία και στις 22.000 τη μεθεπόμενη.
Αντίθετα, την περίοδο 2011-2020 οι θάνατοι ξεπέρασαν τις γεννήσεις κατά 267.000, ενώ μόνο την πενταετία 2021-2025 καταγράφηκαν 290.000 περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις.
Σε έξι νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας, τη Θεσπρωτία, τα Γρεβενά, τη Φθιώτιδα, την Κοζάνη, την Ευρυτανία και τη Φλώριναμ οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά περισσότερο από 50% μεταξύ 2009 και 2024.
Το 2024, σε εθνικό επίπεδο αντιστοιχούσαν 184 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις, έναντι 92 το 2009. Σε Σέρρες, Ευρυτανία και Γρεβενά καταγράφηκαν 3,5 ή και περισσότεροι θάνατοι για κάθε γέννηση.
Μόνο πέντε από τις 74 Περιφερειακές Ενότητες. η Θήρα, η Μύκονος, η Κως, η Νάξος και το Ρέθυμνο, είχαν περισσότερες γεννήσεις από θανάτους.
Ο φαύλος κύκλος στέγασης και δημογραφικού
Η στεγαστική και η δημογραφική κρίση εξελίσσονται παράλληλα και αλληλοτροφοδοτούνται. Οι νέοι δυσκολεύονται να αποκτήσουν οικονομική αυτονομία και να εγκαταλείψουν το πατρικό, με αποτέλεσμα να αναβάλλουν αποφάσεις για συγκατοίκηση, γάμο ή απόκτηση παιδιών.
Η καθυστέρηση της τεκνοποίησης συμπιέζει τα χρονικά περιθώρια δημιουργίας μεγαλύτερης οικογένειας. Οι λιγότερες γεννήσεις οδηγούν με τη σειρά τους σε μικρότερες επόμενες γενιές γονέων, ενώ η φυγή των νέων επιταχύνει τη γήρανση και την ερήμωση ολόκληρων περιοχών.

Πηγή: ieidiseis.gr