Για απείθεια και βία κατά υπαλλήλων καταδικάστηκε μία γυναίκα, η οποία συνελήφθη στο πλαίσιο της αυτόφωρης διαδικασίας και οδηγήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου.
Το ιστορικό
Το βράδυ της 30ής Σεπτεμβρίου, η κατηγορούμενη γυναίκα θέλησε να χρησιμοποιήσει τις εγκαταστάσεις καφετέριας σε κεντρική πλατεία της πόλης. Ο ιδιοκτήτης φέρεται να της αρνήθηκε ευγενικά την πρόσβαση, ενημερώνοντάς την πως στην τουαλέτα υπάρχει κωδικός, ο οποίος ανοίγει με το barcode της απόδειξης μετά από κατανάλωση. Στη συνέχεια, η γυναίκα ζήτησε από τον ιδιοκτήτη να της φορτίσει το κινητό της τηλέφωνο. Εκείνος αρνήθηκε, καθώς, σύμφωνα με πληροφορίες, η κατηγορούμενη βρισκόταν σε έξαλλη κατάσταση, υπερδιέγερση και υπό την επήρεια ουσιών, και κάλεσε την Αστυνομία.
Μάλιστα, σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, η κατηγορούμενη φέρεται να χτύπησε τον ιδιοκτήτη στον λαιμό, ενώ φέρεται να τον απείλησε ότι θα του κάψει το κατάστημα και θα σπάσει τις τζαμαρίες. Μάλιστα το περιστατικό είναι καταγεγραμμένο από το κλειστό κύκλωμα του καταστήματος. Στο σημείο έφτασε ομάδα δίκυκλης αστυνόμευσης (ΔΙ.ΑΣ.), οι αστυνομικοί της οποίας της ζήτησαν να συνεργαστεί και να τους ακολουθήσει στο περιπολικό.
Η γυναίκα, σύμφωνα με τις καταθέσεις, αρνήθηκε δύο φορές και άρχισε να απωθεί τους αστυνομικούς με τα χέρια και τα πόδια. Κατά την προσπάθεια της σύλληψής της, μάλιστα, ένας από τους αστυνομικούς φέρεται να έπεσε στο έδαφος, χωρίς ευτυχώς να τραυματιστεί. Τελικά, η γυναίκα συνελήφθη και οδηγήθηκε στο κρατητήριο.
Κατά την ακροαματική διαδικασία
Η κατηγορούμενη δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο για να δικαστεί, ενώ ο συνήγορός της δήλωσε ότι δεν μπορούσε να έχει περαιτέρω επικοινωνία μαζί της, καθώς η πελάτισσά του δεν διαθέτει σταθερό ή κινητό τηλέφωνο.
Μέσω του συνηγόρου της, υποστήριξε ότι ο ιδιοκτήτης της καφετέριας την κλώτσησε και αδιαφόρησε όταν εκείνη τον ενημέρωσε ότι ήταν έγκυος. Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι αντιστάθηκε κατά τη σύλληψή της επειδή ήθελε να ασκήσει το δικαίωμά της να λάβει στοιχεία από αυτόπτες μάρτυρες του περιστατικού. Η ίδια αρνήθηκε τις κατηγορίες, όπως επίσης και ότι έριξε τον αστυνομικό στο έδαφος.
Η πρόταση της εισαγγελέως
Η εισαγγελέας απέρριψε τους ισχυρισμούς περί μειωμένης ικανότητας, επισημαίνοντας ότι, παρότι η κατηγορούμενη βρισκόταν υπό την επήρεια, αντιλαμβανόταν αρκετά ώστε να ζητήσει να ασκήσει τα δικαιώματά της. Παράλληλα, σύμφωνα με την εισαγγελική πρόταση, είχε την αντίληψη να μην αναφέρει στην κατάθεσή της τις πράξεις που φέρεται να είχε διαπράξει.
Η ποινή
Η έδρα καταδίκασε την κατηγορούμενη σε συνολική ποινή φυλάκισης 1 έτους και 1 μήνα, ζητώντας τη μερική έκτιση των 30 ημερών, ενώ το υπόλοιπο της ποινής επιβλήθηκε με τριετή αναστολή. Παράλληλα, αποφασίστηκε η έφεση να μην έχει αναστέλλουσα δύναμη. Αξίζει να σημειωθεί ότι η κατηγορούμενη έχει στο ενεργητικό της τουλάχιστον άλλες τρεις καταδίκες, εκ των οποίων η μία είναι κακουργηματικού χαρακτήρα.





