Έως και 50% μπορούν να μειώσουν το πρόστιμο που προκύπτει από φορολογικό έλεγχο οι φορολογούμενοι που επιλέγουν να αποδεχθούν την κύρια οφειλή, αρκεί να κινηθούν μέσα στις προθεσμίες που προβλέπει ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας.
Το ποσό που τελικά θα κληθεί να πληρώσει ένας φορολογούμενος δεν καθορίζεται, επομένως, μόνο από το αποτέλεσμα του ελέγχου. Καθοριστικό ρόλο παίζει και το χρονικό σημείο στο οποίο θα αποφασίσει να αποδεχθεί τον καταλογισμό και να κλείσει τη φορολογική υπόθεση.
Ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας προβλέπει τέσσερα διαδοχικά στάδια αποδοχής, στα οποία η έκπτωση επί του προστίμου ξεκινά από 25% και φτάνει έως 50%. Η διαδικασία πραγματοποιείται σε μεγάλο βαθμό ψηφιακά, μέσω ειδικής υπηρεσίας που έχει θέσει σε λειτουργία η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων για τη Δήλωση Αποδοχής Πράξεων Ελέγχου.
Για μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους που βρίσκονται αντιμέτωποι με φορολογικούς ελέγχους, ο χρόνος αντίδρασης μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικός. Η βασική αρχή είναι απλή: όσο νωρίτερα αποδεχθεί ο φορολογούμενος την οφειλή, τόσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη μείωση του προστίμου.
Πώς λειτουργεί η διαδικασία
Η δυνατότητα περιλαμβάνεται στο άρθρο 75 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας και συνδέεται με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται ο έλεγχος.
Όποιος επιθυμεί να αποδεχθεί τα αποτελέσματα του φορολογικού ελέγχου και να ολοκληρώσει τη διαδικασία, πρέπει να χρησιμοποιήσει την ψηφιακή υπηρεσία της ΑΑΔΕ μέσω myAADE, στη διεύθυνση myaade.gov.gr.
Η διαδρομή είναι:
Εφαρμογές → Φορολογικές Υπηρεσίες → Δήλωση Αποδοχής Πράξεων Ελέγχου, άρθρο 75 ν.5104/24.
Η μεγαλύτερη προβλεπόμενη έκπτωση, ύψους 50%, παρέχεται όταν η αποδοχή γίνει στο αρχικό στάδιο, πριν οριστικοποιηθεί ο καταλογισμός. Σε αυτό το σημείο ο ελεγχόμενος έχει ενημερωθεί ήδη για τα ευρήματα της φορολογικής διοίκησης, χωρίς όμως να έχει περάσει στη διαδικασία της ενδικοφανούς προσφυγής.
Για μία μικρή επιχείρηση ή έναν αυτοαπασχολούμενο, η επιλογή αυτή μπορεί να περιορίσει αισθητά το συνολικό οικονομικό βάρος, υπό την προϋπόθεση ότι αποδέχεται την παράβαση και τον καταλογισμό και διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να τηρήσει τους όρους της διαδικασίας.
Η αποδοχή, άλλωστε, δεν αποτελεί απλώς μία δήλωση πρόθεσης. Συνοδεύεται από συγκεκριμένες προθεσμίες και απαιτεί την εμπρόθεσμη καταβολή των ποσών που προβλέπονται.
Η έκπτωση μειώνεται όσο προχωρά η υπόθεση
Εάν ο φορολογούμενος δεν αποδεχθεί τα ευρήματα στο αρχικό στάδιο, μπορεί να επωφεληθεί από μείωση του προστίμου έως 40% μετά την κοινοποίηση της οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, τέλους ή εισφοράς.
Η δυνατότητα αυτή ισχύει όσο τρέχει η προθεσμία για την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών.
Σε αυτό το σημείο ο φορολογούμενος γνωρίζει πλέον το ακριβές ποσό που του έχει καταλογιστεί. Έχει έτσι δύο βασικές επιλογές: είτε να αμφισβητήσει την πράξη, επιδιώκοντας την ακύρωση των προστίμων εφόσον δεν αποδέχεται την παράβαση, είτε να αποδεχθεί την κύρια οφειλή και να κλείσει τη διαφορά.
Η έκπτωση που μπορεί να εξασφαλίσει είναι όμως μικρότερη από εκείνη που προβλέπεται στο αρχικό στάδιο και εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά και τους λόγους που επικαλείται.
Η δυνατότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για φορολογούμενους που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να επωμιστούν το κόστος δικηγόρων, λογιστών και δικαστικών εξόδων προκειμένου να συνεχίσουν μέχρι τέλους τη φορολογική αντιδικία με το Δημόσιο.
Η προσφυγή στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών μπορεί να γίνει ηλεκτρονικά και χωρίς κόστος μέσω της πλατφόρμας της ΑΑΔΕ, ωστόσο απαιτεί χρόνο, προετοιμασία και σοβαρή νομική τεκμηρίωση. Παράλληλα, η φορολογική εκκρεμότητα παραμένει ανοιχτή έως ότου εκδοθεί απόφαση από τη ΔΕΔ ή παρέλθει η προβλεπόμενη προθεσμία για την έκδοσή της, οπότε επέρχεται «σιωπηρή απόρριψη».
Τι γίνεται μετά τη ΔΕΔ
Ακόμη και στην περίπτωση που η προσφυγή στη ΔΕΔ δεν δικαιώσει τον φορολογούμενο, υπάρχει δυνατότητα αποδοχής του αποτελέσματος και συμβιβασμού με μειωμένο πρόστιμο.
Σε αυτό το στάδιο η μείωση περιορίζεται στο 30%.
Η αποδοχή των αποτελεσμάτων του ελέγχου μπορεί να γίνει ηλεκτρονικά μετά την κοινοποίηση της απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ, αλλά και μετά από σιωπηρή απόρριψη, εφόσον δεν έχει παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση δικαστικής προσφυγής.
Ο φορολογούμενος έχει έτσι τη δυνατότητα να αλλάξει πορεία ακόμη και εάν αρχικά είχε επιλέξει να αμφισβητήσει τον καταλογισμό. Το οικονομικό όφελος είναι μικρότερο σε σχέση με τα προηγούμενα στάδια, παραμένει όμως μία διαθέσιμη λύση για οριστική διευθέτηση της φορολογικής εκκρεμότητας με μειωμένο κόστος.
Έκπτωση 25% ακόμη και πριν από τη δικάσιμο
Η τέταρτη δυνατότητα αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες η φορολογική διαφορά έχει πλέον οδηγηθεί στα διοικητικά δικαστήρια.
Ακόμη και τότε ο φορολογούμενος μπορεί να αποδεχθεί την οφειλή και να εξασφαλίσει μείωση του προστίμου κατά 25%, με την αποδοχή να είναι δυνατή έως και την προηγουμένη ημέρα από την αρχικά ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης.
Με τον τρόπο αυτό, η δικαστική διαμάχη μπορεί να τερματιστεί ακόμη και σε προχωρημένο στάδιο, λίγες ώρες πριν η υπόθεση φτάσει στο ακροατήριο.
Πρόκειται για τη μικρότερη έκπτωση από τις τέσσερις προβλεπόμενες εναλλακτικές, λειτουργεί όμως ως τελευταίο περιθώριο για να αποφευχθεί η συνέχιση της φορολογικής αντιδικίας.
Σε όλες τις περιπτώσεις, ιδιαίτερη σημασία έχουν οι ημερομηνίες. Η απώλεια της προθεσμίας σε οποιοδήποτε στάδιο μπορεί να οδηγήσει και στην απώλεια του αντίστοιχου ευεργετήματος.
Γι’ αυτό και η απόφαση για αποδοχή ή αμφισβήτηση της πράξης χρειάζεται να λαμβάνεται αφού υπολογιστούν το συνολικό ποσό της οφειλής, η δυνατότητα πληρωμής, αλλά και οι πιθανότητες επιτυχίας κάθε επόμενου βήματος ή προσφυγής.
Προκαταβολή 25% και έως 12 δόσεις
Κοινή προϋπόθεση για την κατοχύρωση της μείωσης σε όλα τα στάδια είναι η καταβολή του 25% του οφειλόμενου ποσού μέσα σε μόλις τρεις ημέρες από την αποδοχή των αποτελεσμάτων του ελέγχου.
Για το υπόλοιπο 75% προβλέπεται δυνατότητα εξόφλησης μέσω της πάγιας ρύθμισης σε έως και 12 δόσεις.
Για τους φορολογούμενους που δεν μπορούν να καταβάλουν εφάπαξ ολόκληρη την οφειλή, παρέχεται έτσι ειδική διευκόλυνση. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι χαλαρώνουν οι υποχρεώσεις ως προς την τήρηση του προγράμματος πληρωμών.
Εάν οι δόσεις δεν καταβάλλονται κανονικά και παραβιαστούν οι όροι της διαδικασίας, υπάρχει κίνδυνος να χαθεί και η έκπτωση. Σε αυτή την περίπτωση η οφειλή μπορεί να επανέλθει στο αρχικό της ύψος, αφού προηγουμένως συνυπολογιστούν τα ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί.
Η λογική του συστήματος είναι επομένως κλιμακωτή: η μεγαλύτερη έκπτωση παρέχεται στην αρχή της διαδικασίας και μειώνεται όσο η υπόθεση μετακινείται από τον φορολογικό έλεγχο στην οριστική πράξη, στη ΔΕΔ και τελικά στα διοικητικά δικαστήρια.
Η διαδικασία συνδέεται με την προσπάθεια αποσυμφόρησης των δικαστηρίων και περιορισμού των εκκρεμών υποθέσεων, αλλά και με μία προσέγγιση της φορολογικής διοίκησης που δεν περιορίζεται στην επιβολή κυρώσεων, αλλά προβλέπει περιθώριο συμμόρφωσης και τακτοποίησης.
Στο ίδιο πνεύμα, όπως έχει αναφέρει ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, «ρόλος της Πολιτείας είναι να δίνει το χέρι και όχι να κουνάει το δάχτυλο στον πολίτη».
Και η Επιτροπή Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών
Ξεχωριστά από τη διαδικασία του άρθρου 75, εξακολουθεί να λειτουργεί και η Επιτροπή Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών, η οποία αποτελεί έναν ακόμη μηχανισμό εξωδικαστικής διευθέτησης για τις υποθέσεις που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιότητάς της.
Με νόμο που δημοσιεύθηκε στις 25 Ιουνίου 2026 προβλέφθηκαν νέες προθεσμίες για τη λειτουργία και την ολοκλήρωση των διαδικασιών της Επιτροπής, με τροποποίηση του άρθρου 16 του ν. 4714/2020.
Με βάση τον νέο νόμο, τον ν. 5313/2026, η αίτηση μπορεί να υποβληθεί ηλεκτρονικά έως τις 30 Ιουνίου 2027.
Το αίτημα πρέπει να αφορά αποκλειστικά υποθέσεις που εκκρεμούν, αλλά δεν έχουν ακόμη συζητηθεί, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων έως τις 29 Ιουνίου 2027.
Η ρύθμιση καλύπτει και υποθέσεις που παραμένουν εκκρεμείς ενώπιον της Επιτροπής. Παράλληλα, μέσα στην ίδια προθεσμία μπορεί να υποβληθεί νέα αίτηση για υποθέσεις στις οποίες είχε υποβληθεί αρχική αίτηση αλλά απορρίφθηκε από την Επιτροπή για τυπικούς λόγους.
Το ίδιο ισχύει για ματαιωθείσες υποθέσεις ή απορριφθείσες αιτήσεις, εφόσον έχουν προκύψει νέα στοιχεία ή νέα νομολογία ή έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου.
Η Επιτροπή Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών δεν ταυτίζεται με τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ ούτε με την ηλεκτρονική δήλωση αποδοχής του άρθρου 75. Πρόκειται για διαφορετικούς μηχανισμούς, με διαφορετικό πεδίο εφαρμογής και διαφορετικές προϋποθέσεις.
Για τον φορολογούμενο, και ιδιαίτερα για μία μικρή ή μεσαία επιχείρηση, το κρίσιμο είναι να διαπιστωθεί εγκαίρως ποια διαδικασία είναι διαθέσιμη για τη συγκεκριμένη υπόθεση και ποια προθεσμία εξακολουθεί να ισχύει.
Έτσι, από την πρώτη φάση του φορολογικού ελέγχου έως και το στάδιο της δικαστικής προσφυγής, ο χρόνος μπορεί να καθορίσει όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο θα κλείσει μία φορολογική διαφορά, αλλά και το ύψος του προστίμου που τελικά θα κληθεί να καταβάλει ο φορολογούμενος.
Πηγή: ieidiseis.gr





