ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Λήψη άρθρων...
Header Scripts Init

Επένδυση-μαμούθ 59,6 εκατ. ευρώ στον Βόλο από την Παπαδοπούλου – Μεγαλώνει το εργοστάσιο των Caprice

Νέες εγκαταστάσεις, τεχνητή νοημοσύνη, ρομποτικά συστήματα και ενίσχυση της παραγωγής στη ΒΙ.ΠΕ. Βόλου – Στρατηγικός ρόλος για τη μονάδα του Διμηνίου στην επόμενη ημέρα της ιστορικής βιομηχανίας

Δημοσίευση

Θέλεις να βλέπεις τα νέα του
thenewspaper.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:

Πρόσθεσε το thenewspaper.gr
στα αγαπημένα σου στη Google

Στο επίκεντρο του νέου επενδυτικού σχεδιασμού της Ε.Ι. Παπαδόπουλος ΑΕ βρίσκεται ο Βόλος, με την ιστορική βιομηχανία τροφίμων να δρομολογεί μία από τις μεγαλύτερες επενδύσεις της στην περιοχή.

Η εταιρεία προχωρά σε επένδυση ύψους 59,6 εκατ. ευρώ για την επέκταση και τον εκσυγχρονισμό του εργοστασίου της στη ΒΙ.ΠΕ. Βόλου, όπου παράγονται τα Caprice, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και εξαγώγιμα προϊόντα της.

Η επένδυση θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για τη βιομηχανική δραστηριότητα της Μαγνησίας, καθώς προβλέπει ουσιαστική αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας, δημιουργία νέων εγκαταστάσεων και αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογιών.

Το εργοστάσιο λειτουργεί από το 1980 στην περιοχή του Διμηνίου, εντός της Α’ ΒΙ.ΠΕ. Βόλου, και αποτελεί εδώ και δεκαετίες βασικό παραγωγικό πυλώνα της εταιρείας.

Νέα κτίρια και μεγαλύτερη παραγωγή

Η αυξανόμενη ζήτηση για τα προϊόντα της εταιρείας και οι περιορισμοί των υφιστάμενων κτιριακών εγκαταστάσεων οδηγούν στην κατασκευή νέων χώρων παραγωγής και αποθήκευσης μέσα στο ήδη ιδιόκτητο οικόπεδο της μονάδας.

Ο σχεδιασμός προβλέπει εκσυγχρονισμό του παραγωγικού εξοπλισμού, μεγαλύτερο βαθμό αυτοματοποίησης και ενσωμάτωση τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης και ρομποτικών συστημάτων στις παραγωγικές διαδικασίες.

Παράλληλα, προβλέπεται ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού, καθώς και περαιτέρω ανάπτυξη της εξαγωγικής δραστηριότητας, γεγονός που αναβαθμίζει ακόμη περισσότερο τον ρόλο του εργοστασίου του Βόλου στον συνολικό σχεδιασμό της εταιρείας.

Ο Βόλος κομβικό σημείο για τις εξαγωγές

Η σημασία της βολιώτικης μονάδας συνδέεται άμεσα με το Caprice, προϊόν που αποτελεί εδώ και χρόνια μία από τις αιχμές του δόρατος των εξαγωγών της Παπαδοπούλου.

Με τη νέα επένδυση, η εταιρεία επιδιώκει να αυξήσει την παραγωγική της ευελιξία και να αποκτήσει μεγαλύτερες δυνατότητες ανταπόκρισης στη ζήτηση από την Ελλάδα και το εξωτερικό.

Η κίνηση αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο επενδυτικό πρόγραμμα που αφορά όλες τις παραγωγικές μονάδες της εταιρείας, με έμφαση στην παραγωγικότητα, την ψηφιοποίηση, την ανάπτυξη νέων προϊόντων και την εκπαίδευση του προσωπικού στις νέες τεχνολογίες.

Ισχυρή ανάπτυξη παρά το αυξημένο κόστος

Η Ε.Ι. Παπαδόπουλος έκλεισε το 2025 με πωλήσεις 252,5 εκατ. ευρώ, έναντι περίπου 243,4 εκατ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας αύξηση 3,73%.

Ωστόσο, η πίεση από το κόστος πρώτων υλών, ενέργειας, μισθοδοσίας, συσκευασίας, αποθήκευσης και μεταφορών επηρέασε την κερδοφορία.

Τα κέρδη προ φόρων διαμορφώθηκαν στα 8,67 εκατ. ευρώ, μειωμένα κατά 12,95%, ενώ τα καθαρά κέρδη μετά φόρων περιορίστηκαν στα 6,93 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας πτώση 17,36%.

Ιδιαίτερα επιβαρυντικοί παράγοντες ήταν οι υψηλές τιμές του κακάο και των παραγώγων του, καθώς και η άνοδος στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου.

Παρά τις πιέσεις, η εταιρεία συνέχισε να αυξάνει το προσωπικό της. Στο τέλος του 2025 απασχολούσε 1.796 εργαζομένους, έναντι 1.672 έναν χρόνο νωρίτερα.

Από το 1980 μέχρι σήμερα

Η παρουσία της Παπαδοπούλου στον Βόλο μετρά πλέον περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες.

Η μονάδα της Α’ ΒΙ.ΠΕ. αποτελεί ένα από τα τέσσερα εργοστάσια της εταιρείας, μαζί με εκείνα σε Ταύρο, Θεσσαλονίκη και Οινόφυτα, ενώ στον Βόλο λειτουργεί και κέντρο διανομής.

Το νέο επενδυτικό πρόγραμμα των 59,6 εκατ. ευρώ έρχεται να ενισχύσει αυτή τη μακρόχρονη παρουσία και να καταστήσει τη μονάδα της Μαγνησίας ακόμη πιο σημαντική για το παραγωγικό και εξαγωγικό αποτύπωμα της εταιρείας.

Για τον Βόλο, πρόκειται για επένδυση με ιδιαίτερο οικονομικό βάρος, καθώς ενισχύει τη βιομηχανική βάση της περιοχής, δημιουργεί προοπτικές απασχόλησης και τοποθετεί τη Μαγνησία ακόμη πιο δυναμικά στον χάρτη της ελληνικής μεταποίησης.