Δεν ήταν καλή ιδέα να χρησιμοποιηθεί σε άρθρο για τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Νίκο Ανδρουλάκη —έστω κατ’ υπόθεση— ο χαρακτηρισμός «βλάκας», με το «λογικό» επιχείρημα ότι επιμένει στον ισχυρισμό του «πάμε για πρώτο κόμμα».
Με αντίστοιχα κριτήρια, ο χαρακτηρισμός ισχύει και για τον επικεφαλής της ΕΛΑΣ Αλέξη Τσίπρα, που επαναλαμβάνει ότι έχει ακριβώς τον ίδιο στόχο. Με διαβεβαίωση για «ετοιμότητα να κυβερνήσει», που δεν προκύπτει από πουθενά, και πρόσφατη επιβαρυντική αναφορά σε δημοσκοπήσεις με «ποσοστά στο 20%-21%» —που δεν υπάρχουν.
Ουδείς περιορισμός χωράει στην ελευθερία δημοσιογραφικής έκφρασης. Ο υπογράφων έχει χρησιμοποιήσει τον χαρακτηρισμό «μαλάκας» για τον, υπουργό τότε, Νίκο Παππά του ΣΥΡΙΖΑ, μετά από συγκεκριμένη συμπεριφορά του. Αλλά εν προκειμένω το πρόβλημα δεν βρίσκεται σε μια λέξη, αλλά στην υπογραφή.
Ο Θανάσης Καρτερός —μόνιμος συνεργάτης, με προσωπική στήλη στην «Εφ.Συν.»— είναι σεβαστός ως δημοσιογράφος, του οποίου το ύφος και το λεξιλόγιο κρίνονται μόνο από τους αναγνώστες της εφημερίδας του.
Αλλά πλέον δεν είναι μόνο αρθρογράφος. Μετακινήθηκε σε κεντρικό πολιτικό στέλεχος της ΕΛΑΣ, μετέχοντας στον σκληρό πυρήνα των κομματικών οργάνων.
Συνεπώς, ο δημόσιος λόγος του κρίνεται όπως και των ομοϊδεατών του στα τηλεοπτικά πάνελ. Για να μην πούμε ότι θεωρείται, αν όχι εκ των καθοδηγητών, και άτυπος πορτ-παρόλ του Τσίπρα. Με πολιτικό βάρος που υπερβαίνει την «ντίβα» Κουφονικολάκου, που ηγείται του επίσημου Γραφείου Τύπου, και τον πανεπιστημιακό Μαραντζίδη, που εμφανίζεται ως επίσημος ενεργός σύμβουλος.
Από αυτή την άποψη, προφανώς δεν του «ξέφυγε» ο χαρακτηρισμός. Και σε κάθε περίπτωση υποδηλώνει πως μάλλον έχει ξεφύγει ο έλεγχος στο «στρατηγείο» της λεωφόρου Αμαλίας —που εκδηλώνει «νευρικότητα» το τελευταίο διάστημα.
Στην ουσία είναι οιονεί κήρυξη πολέμου, που αναιρεί τη διαβεβαίωση Τσίπρα «το ΠΑΣΟΚ δεν είναι εχθρός αλλά ανταγωνιστής» —με ενδεχόμενο κυβερνητικού εταίρου μετεκλογικά.
Εφόσον κλιμακωθεί —όμως ήδη συμβαίνει, αφού από τη Χαριλάου Τρικούπη σήκωσαν το γάντι— μάλλον θα κοστίσει ακριβά στην ΕΛΑΣ. Γιατί αποτελεί ερέθισμα ικανό να αφυπνίσει τον «πράσινο γίγαντα» του εκλογικού σώματος. Οι κεντροαριστεροί ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ, που ηγετοποίησαν τον Τσίπρα στο παρελθόν, μπορούν να τον αποδυναμώσουν δραστικά στις επόμενες κάλπες. Πρόκειται δηλαδή για μοιραίο λάθος —αν δούμε τη μεγάλη εικόνα της αναμέτρησης μεταξύ των δύο κομμάτων.
Το ντέρμπι της δεύτερης θέσης
Περισσότερο και από το πάνω, ή κάτω, του 25% της ΝΔ, που θα κρίνει ενδεχομένως την τύχη του Κυριάκου Μητσοτάκη ως επικεφαλής της —κατά τον δικό του υπαινιγμό— το ενδιαφέρον των εκλογών βρίσκεται στο κόμμα που θα πάρει τη δεύτερη θέση – με ιδιαίτερη σημασία βεβαίως στο ποσοστό του.
Με την εμφάνιση της ΕΛΑΣ τον περασμένο Μάιο, οι δημοσκόποι την τοποθέτησαν —στις κανονικές μετρήσεις και στις αυθαίρετες «εκτιμήσεις» τους— μπροστά από το ΠΑΣΟΚ. Ωστόσο, η βιασύνη του Αλέξη Τσίπρα να αυτοχρισθεί κεντρικός και μόνος αντίπαλος του Μητσοτάκη —με… αμοιβαιότητα από την πλευρά του απερχόμενου Πρωθυπουργού— μάλλον τον εξέθεσε.
Στο τελευταίο δημοσκοπικό μπαράζ —με όση αξία διαθέτει— το ΠΑΣΟΚ έχει ανοδική τροχιά, σε αντίθεση με την πτωτική επίδοση της ΕΛΑΣ, που σε ό,τι αφορά προσωπικά τον Τσίπρα βρίσκεται σταθερά κάτω από το 18% των περασμένων εκλογών. Το οποίο βρήκε λίγο για τον ίδιο και απέδρασε από την αναμέτρηση με τον Μητσοτάκη στη λήγουσα τετραετία —για να επιστρέψει «με νέα φόρα», που θα έλεγε και η Τσαπανίδου.
Εν αναμονή του νέου δημοσκοπικού κύματος, και ενώ τα δύο κόμματα ό,τι είχαν να πουν το είπαν πριν και μετά τη ΔΕΘ, η αναμέτρηση γίνεται «ντέρμπι». Με τα στοιχήματα παρακινδυνευμένα —σε ένα παιχνίδι στο οποίο θα μετράει το τελικό αποτέλεσμα και όχι το «σκορ ημιχρόνου».
Τα επτά πεδία επιμέρους αναμετρήσεων
Η πολιτική ανάλυση ορίζει τα πεδία στα οποία η κάθε πλευρά δείχνει αν μπορεί να προηγηθεί έστω και στο «φίνις», ή αν είναι καταδικασμένη να δει στο τέλος την πλάτη του αντιπάλου της.
Πρώτο: Στο επίπεδο της ηγεσίας. Ή αλλιώς: Τσίπρας εναντίον Ανδρουλάκη και τούμπαλιν. Ποιος από τους δύο επικεφαλής —με το σχεδόν πανομοιότυπο προσωπικό και επαγγελματικό βιογραφικό— έχει το προβάδισμα, ως λοκομοτίβα του κόμματός του; Η απάντηση είναι περίπλοκη.
Τεχνικά προηγείται ο Τσίπρας, με την άνεση της δημόσιας παρουσίας και το πρωθυπουργικό παρελθόν. Αλλά στην «πρωθυπουργησιμότητα» το ζητούμενο δεν είναι το παρελθόν, αλλά το μέλλον. Ένας πρώην Πρωθυπουργός δεν θα είναι απαραίτητα καλύτερος από κάποιον που θα δοκιμάζεται για πρώτη φορά.
Ωστόσο, δεδομένου ότι κανείς από τους δύο δεν δείχνει σε θέση να διαμορφώσει κυβερνητική πλειοψηφία —ακόμη και αν τα κόμματά τους συνέπρατταν μετεκλογικά, μάλλον τρίτο πρόσωπο θα προκρινόταν για την πρωθυπουργία— η «ηγετική ανωτερότητα» του Τσίπρα έναντι του Ανδρουλάκη είναι προφανής. Αλλά δεν είναι καταλυτικός παράγοντας.
Σε τελευταία ανάλυση, ο Ανδρουλάκης δεν έβαλε την υπογραφή του σε Μνημόνιο. Ενώ ο Τσίπρας, εκτός από το —φθίνον, μετά από τόσα χρόνια— «πολιτικό κεφάλαιο» που αποκόμισε, έχει να απολογηθεί για πλήθος επιβαρύνσεων και συμπεριφορών: από τον Καμμένο ως την περιφρόνηση του ΣΥΡΙΖΑ που τον «γέννησε» και την αποτυχία να τον διαλύσει…
Δεύτερο: Στο επίπεδο των κομμάτων. ΠΑΣΟΚ ή ΕΛΑΣ; Σε αυτή την πίστα το ΠΑΣΟΚ δεν παίζεται, καθώς τα «Άπαντα» της κομματικής διαδρομής του το δένουν με την κοινωνία —περισσότερο από τα τελευταία εκλογικά αποτελέσματα. Αντέχει να ψηφίζεται, επειδή «είναι το ΠΑΣΟΚ».
Αντίθετα, η ΕΛΑΣ, λίγους μήνες από την ίδρυσή της, δείχνει σημάδια κόπωσης. Εγκλωβισμένη ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ και με «ζωτικό χώρο» στα όρια του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ —σε ανταγωνισμό και με άλλα γνήσια υποσύνολά του. Με σχεδόν αποκλειστική στελέχωση από Συριζαίους, που έμεναν άγνωστοι ως τώρα και επιστρατεύονται, πρωτίστως ως «οπαδοί του Τσίπρα».
Το ΠΑΣΟΚ διαθέτει ως κόμμα το DNA συσπείρωσης της Δημοκρατικής Παράταξης, ευρωπαϊκά πιστοποιητικά κεντροαριστερής και σοσιαλδημοκρατικής ταυτότητας, και πραγματική πολιτική παρουσία σε όλο το εύρος και το βάθος της κοινωνικής οργάνωσης της χώρας. Στο ΠΡΟ-ΠΟ το «άσσος στάνταρ» υπέρ του θα ήταν η μόνη επιλογή.
Η ΕΛΑΣ είναι σχήμα κορυφής, υπό κατασκευήν ως πολιτικός φορέας – με βεληνεκές που δεν ξεπερνάει ακόμη τα γραφεία της λεωφόρου Αμαλίας, με την εξαίρετη θέα στο Ζάππειο και τον Υμηττό.
Τρίτο: Ο πολιτικός λόγος. Εδώ —ανεξάρτητα από τη σκηνική άνεση του Τσίπρα και το «αγροίκο» ύφος Ανδρουλάκη— από μακριά παρακολουθούμε ένα ματς ισοδύναμων, χωρίς να ξεχωρίζει κανείς για την πολιτική του στόχευση. Αλλά πλησιάζοντας διακρίνονται δύο στοιχεία υπέρ του ΠΑΣΟΚ: έχει πιο θελκτικό —και ταυτόχρονα γειωμένο— «κυβερνητικό» πρόγραμμα και ευκρινές ιδεολογικό ανάγλυφο. Είναι, με τη βούλα, η ελληνική σύνθεση κεντροαριστεράς και σοσιαλδημοκρατίας.
Η ΕΛΑΣ, προσπαθώντας να εντυπωσιάσει, χάνει τον προγραμματικό βηματισμό της. Κανείς δεν περιμένει ως λύση τον «φόρο 1% στο 1%» —και λίγοι πιστεύουν στον ρεαλισμό διανομής 500άρικων και άλλων μορφών «ζεστού χρήματος» σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες.
Η ιδεολογική εικόνα της είναι θολή, αντιφατική και με τις χαρακτηριστικές ιδιότητες του υδρογόνου: άχρωμη, άοσμη και άγευστη. Ήδη έχει αποκηρύξει το αρχικό ιδεολογικό «Μανιφέστο», περιθωριοποιώντας τον συντάκτη του, και επιδίδεται σε ασκήσεις του τύπου «δημοκρατικός καπιταλισμός» και «πατριωτισμός διά νόμου», ενώ λίγο κατεστημένο δεν βλάπτει.
Τέταρτο: Η κοινωνική και γεωγραφική διασπορά. Και εδώ το ΠΑΣΟΚ διεκδικεί βάσιμα τα πρωτεία. Έχει ρίζες σε όλες τις κοινωνικές ομάδες και εξαπλώνεται σε ολόκληρη την επικράτεια, με δυνατό πεδίο του την περιφέρεια —όπου σε ολόκληρες νησίδες της, η ΕΛΑΣ δεν υπάρχει.
Δεν είναι το ιδρυτικό «κόμμα των μη προνομιούχων», αλλά το παλαιό σύνθημα «εργάτες, αγρότες και φοιτητές» συμπληρώνει την απήχησή του στον πληθυσμό των υπαλλήλων, τη μεσαία τάξη, τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα και νέα στρώματα της τεχνολογικής και ψηφιακής εξέλιξης. Με ανταγωνιστή σε κάθε περίπτωση τη ΝΔ και όχι την ΕΛΑΣ.
Το κόμμα του Τσίπρα, παρότι προσπαθεί να εμφανιστεί ως πολυσυλλεκτικό με διορισμούς στην κορυφή, στην κοινωνία παραμένει επιλογή εκπαιδευτικών και ειδικών κοινών σε περιοχές της διανόησης, της επιστήμης και του πνεύματος. Πάει καλύτερα στα αστικά κέντρα, αλλά έχει ισχνή απήχηση στην εργατοϋπαλληλική τάξη, τους αγρότες, τα οικονομικά επαγγέλματα και τη νεολαία…
Πέμπτο: Το πεδίο των στελεχών. Για να αρχίσουμε από την ΕΛΑΣ, το βεληνεκές της σε ανθρώπινο δυναμικό με απήχηση και πολιτική επάρκεια αρχίζει και τελειώνει στον Τσίπρα. Οι παλαιοί έχουν εξοβελιστεί —κακά τα ψέματα: στέλεχος με το βιογραφικό του Τσακαλώτου δεν διαθέτει— και οι καινούργιοι δεν μπορούν να σταθούν πειστικά στον δημόσιο χώρο. Δεδομένου ότι η πολιτική είναι ανταγωνιστική υπόθεση και ασκείται σε αναμέτρηση με άλλους, ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο έλλειμμα.
Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ έχει στελεχιακή πληρότητα, αντλούμενη από τρεις κυβερνητικές περιόδους, με τους δύο Παπανδρέου και τον Σημίτη. Εντός και πέριξ των κομματικών οργάνων του υπάρχουν πρόσωπα με επάρκεια, εμπειρία και εκτόπισμα στο πολιτικό πεδίο. Αλλά και στον μαζικό χώρο ως συνδικαλιστές, αυτοδιοικητικοί και πρωταγωνιστές στη διοίκηση κοινωνικών φορέων.
Μπορεί να πάσχει σε ό,τι αφορά τους Παπανδρέου, τη Διαμαντοπούλου και να του λείπουν κοινοβουλευτικοί με κύρος. Αλλά έχει ισχυρή κομματική εμπροσθοφυλακή: Γερουλάνος, Δούκας, Κατρίνης, Χρηστίδης, Αποστολάκη, Κουκουλόπουλος, Σγουρός, Σαχινίδης —αλλά και ο σαρωτικός Βενιζέλος, ακόμη και ο μαχητικός Καστανίδης— και άλλους, που επικρατούν των Ελασιτών στο «ένας εναντίον ενός». Συν τα «λότζιστικς» από βετεράνους —Λαλιώτης, Σκανδαλίδης, Σουλαδάκης, Χριστοδουλάκης, Παπαϊωάννου, Κακλαμάνης— και «παλιές» τοπικές καραβάνες.
Από την ΕΛΑΣ στο πεδίο έχουν μόνο τον Ζαχαριάδη και την Όλγα από τον ΣΥΡΙΖΑ —και λίγο τον Μπίστη— περιμένουν τον Ραγκούση και έχασαν τον Τζουμάκα, ως το πιο υψηλόβαθμο στέλεχος από το ΠΑΣΟΚ που στήριξε τον Τσίπρα.
Όταν ο Μητσοτάκης σχεδιάζει να τοποθετήσει τον Σχοινά προεκλογικό εκπρόσωπό του για να ανταποκριθεί στις αυξημένες ανάγκες, από τα «λιανοτούφεκα» της ΕΛΑΣ θα αντέξει απέναντι στον πληρέστατο Τσουκαλά;
Σε επίπεδο κυβερνώσας ομάδας και συμμετοχής σε κυβερνητικό σχήμα συνεργασίας, στην ΕΛΑΣ υπάρχουν υποσχόμενα πρόσωπα, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα βιογραφικά τους. Αλλά από τον καιρό του Βίσμαρκ —που έλεγε «τρεις καθηγητές και πάει η πατρίδα»— η πολιτική είναι υπόθεση πολιτικών στελεχών, και σε αυτό το ΠΑΣΟΚ υπερέχει.
Έβδομο: Η ευρωπαϊκή παρουσία. Παρά την ικανότητα του Τσίπρα να αλλάξει την αρχική αρνητική εικόνα του και να φύγει με θετικό προσωπικό πρόσημο από την πρωθυπουργία —λόγω των Πρεσπών και της πιστής εφαρμογής του Μνημονίου— η απήχησή του στην Ευρώπη είναι περιορισμένη.
Ο ίδιος ρέπει προς την άλλη πλευρά του Ατλαντικού και ως αρχηγός κόμματος στην Ευρώπη κόλλησε στη μειοψηφική «Ευρωπαϊκή Αριστερά» —στους κόλπους της οποίας ο Μελανσόν δεν τον έχει σε ιδιαίτερη εκτίμηση.
Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ έχει ιστορικά πυκνή παρουσία στις ευρωπαϊκές εξελίξεις με Πρωθυπουργούς και Επιτρόπους, ενώ στο Ευρωκοινοβούλιο ο «χώρος Τσίπρα», μετά τον Αλέκο Αλαβάνο και τον Μιχάλη Παπαγιαννάκη, δεν έχει τίποτε περισσότερο από τους δραστήριους Στέλιο Κούλογλου στην προηγούμενη σύνθεση και Κώστα Αρβανίτη στη σημερινή. Αλλά κανείς από τους δύο δεν ακολουθεί την ΕΛΑΣ.
Συμπέρασμα: Αν ήταν ποδοσφαιρικές ομάδες, η εξέλιξη της αναμέτρησής τους στο γήπεδο θα είχε αυτή τη στιγμή τον εξής απολογισμό: Η ΕΛΑΣ ξεκίνησε με γκολ από τα αποδυτήρια λόγω Τσίπρα, αλλά το ΠΑΣΟΚ στο ημίχρονο κερδίζει 6-1, λόγω υπεροχής στα υπόλοιπα…
Πηγή: ieidiseis.gr




