Η ηλικία της γυναίκας, η επιδείνωση της ποιότητας του σπέρματος, η ατμοσφαιρική ρύπανση, οι χημικές ουσίες και οι καθημερινές συνήθειες επηρεάζουν τη γονιμότητα. Ο ειδικός στην υπογονιμότητα και την εξωσωματική γονιμοποίηση εξηγεί πότε ένα ζευγάρι πρέπει να αναζητήσει ιατρική βοήθεια, ποια λάθη πρέπει να αποφύγει και ποιες διαδεδομένες αντιλήψεις δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Σημαντική αύξηση των ζευγαριών που αναζητούν ιατρική βοήθεια για να αποκτήσουν παιδί καταγράφεται τα τελευταία χρόνια, με την υπογονιμότητα να αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα της σύγχρονης αναπαραγωγικής ιατρικής.
Για τις αιτίες που δυσκολεύουν τη φυσική σύλληψη, την επίδραση της ηλικίας, την ανδρική υπογονιμότητα και τις δυνατότητες της σύγχρονης ιατρικής μίλησε στο ΝΕΟ 103,3, στην εκπομπή «Όλα για την Υγεία Μου» με τον Σωτ. Ντούμα, ο μαιευτήρας – γυναικολόγος Παναγιώτης Πολύζος, με εξειδίκευση στην υπογονιμότητα και την εξωσωματική γονιμοποίηση.
Ο γιατρός αναφέρθηκε εκτενώς στην αύξηση των περιστατικών που αντιμετωπίζονται στα κέντρα υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, επισημαίνοντας ότι το πρόβλημα δεν αφορά αποκλειστικά τις γυναίκες, αλλά εξίσου και τους άνδρες.
Παράλληλα, στάθηκε στους περιβαλλοντικούς παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάζουν την αναπαραγωγική υγεία, με ειδική αναφορά στην ατμοσφαιρική ρύπανση και στην επαγγελματική έκθεση σε χημικές ουσίες.
Η ηλικία της γυναίκας ο σημαντικότερος παράγοντας
Σύμφωνα με τον κ. Πολύζο, η καθυστέρηση στην απόκτηση παιδιού αποτελεί έναν από τους βασικότερους λόγους για τους οποίους ολοένα περισσότερα ζευγάρια αντιμετωπίζουν δυσκολίες σύλληψης.
Η αλλαγή των κοινωνικών και επαγγελματικών συνθηκών έχει μετατοπίσει τον οικογενειακό προγραμματισμό σε μεγαλύτερες ηλικίες. Οι σπουδές, η επαγγελματική αποκατάσταση και η οικονομική ανασφάλεια συχνά οδηγούν στην αναβολή της τεκνοποίησης.
Όπως εξήγησε, η γυναικεία γονιμότητα μειώνεται με την πάροδο του χρόνου, ενώ μετά την ηλικία των 35 ετών η επίδραση της ηλικίας γίνεται ολοένα σημαντικότερη.
Η μείωση αυτή συνδέεται κυρίως με τη σταδιακή ελάττωση του αριθμού και της ποιότητας των ωαρίων.
Ο ειδικός υπογράμμισε ότι ακόμη και λίγα χρόνια καθυστέρησης μπορούν να έχουν διαφορετική σημασία ανάλογα με την ηλικία.
Για παράδειγμα, η διαφορά ανάμεσα στα 30 και στα 32 χρόνια δεν έχει την ίδια βιολογική σημασία με τη διαφορά ανάμεσα στα 38 και στα 40.
Για τον λόγο αυτό, συνέστησε στα ζευγάρια που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδί να μη μεταθέτουν επ’ αόριστον τη διερεύνηση πιθανών δυσκολιών.
Ανδρική υπογονιμότητα: «Δεν ευθύνεται μόνο η γυναίκα»
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στον ανδρικό παράγοντα, ο οποίος συχνά υποτιμάται όταν ένα ζευγάρι δεν καταφέρνει να επιτύχει εγκυμοσύνη.
Ο Παναγιώτης Πολύζος επισήμανε ότι για πολλές δεκαετίες επικρατούσε η λανθασμένη αντίληψη πως η ευθύνη για την υπογονιμότητα βαρύνει κυρίως τη γυναίκα.
Σήμερα, ωστόσο, είναι γνωστό ότι ο ανδρικός παράγοντας συμμετέχει σε σημαντικό ποσοστό των περιστατικών, είτε μόνος του είτε σε συνδυασμό με γυναικείους παράγοντες.
Όπως εξήγησε, η ποιότητα του σπέρματος αξιολογείται με βάση παραμέτρους όπως ο αριθμός, η κινητικότητα και η μορφολογία των σπερματοζωαρίων.
Η ηλικία, οι περιβαλλοντικές επιδράσεις, οι βλαβερές συνήθειες και ορισμένα ιατρικά προβλήματα μπορούν να επηρεάσουν αυτές τις παραμέτρους.
Μάλιστα, ο γιατρός διευκρίνισε ότι η δυνατότητα ενός άνδρα να παράγει σπέρμα ακόμη και σε μεγάλη ηλικία δεν σημαίνει πως η αναπαραγωγική του ικανότητα παραμένει αμετάβλητη.
Η ηλικία μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα του γενετικού υλικού και, κατά συνέπεια, τις πιθανότητες επιτυχούς εγκυμοσύνης.
Γιατί πρέπει να εξετάζονται και οι δύο σύντροφοι
Ένα από τα βασικότερα μηνύματα της συνέντευξης ήταν ότι η διερεύνηση της υπογονιμότητας πρέπει να αφορά εξαρχής και τους δύο συντρόφους.
Ο κ. Πολύζος επισήμανε ότι δεν είναι σωστό μια γυναίκα να υποβάλλεται σε αλλεπάλληλες εξετάσεις χωρίς να έχει προηγηθεί παράλληλος έλεγχος του άνδρα.
Το σπερμοδιάγραμμα αποτελεί μία από τις βασικές εξετάσεις για την αξιολόγηση της ανδρικής γονιμότητας.
Η εξέταση μπορεί να αποκαλύψει διαταραχές που δεν προκαλούν εμφανή συμπτώματα.
Ένας άνδρας μπορεί να έχει φυσιολογική σεξουαλική επιθυμία, στύση και εκσπερμάτιση, αλλά ταυτόχρονα να παρουσιάζει προβλήματα στην ποιότητα του σπέρματος.
Επομένως, η φυσιολογική σεξουαλική λειτουργία δεν αποτελεί απόδειξη φυσιολογικής γονιμότητας.
Ατμοσφαιρική ρύπανση και χημικές ουσίες: Πώς επηρεάζουν την αναπαραγωγή
Ξεχωριστό ενδιαφέρον είχε η συζήτηση για τη σχέση ανάμεσα στο περιβάλλον και την ανθρώπινη γονιμότητα.
Ο Παναγιώτης Πολύζος ανέφερε ότι η έκθεση σε ορισμένους περιβαλλοντικούς παράγοντες μπορεί να επηρεάσει την αναπαραγωγική λειτουργία τόσο των ανδρών όσο και των γυναικών.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η ατμοσφαιρική ρύπανση, η έκθεση σε χημικές ουσίες και συγκεκριμένοι επαγγελματικοί κίνδυνοι.
Ο γιατρός στάθηκε ιδιαίτερα στις περιπτώσεις εργαζομένων που εκτίθενται σε επιβλαβείς χημικούς παράγοντες κατά την εργασία τους, επισημαίνοντας ότι τέτοιες εκθέσεις μπορούν να επηρεάσουν παραμέτρους του σπέρματος.
Στη συζήτηση τέθηκε επίσης το ζήτημα των ενδοκρινικών διαταρακτών, δηλαδή ουσιών που μπορούν να παρεμβαίνουν στη λειτουργία του ορμονικού συστήματος.
Η επιστημονική βιβλιογραφία εξετάζει τη σύνδεση ορισμένων περιβαλλοντικών εκθέσεων με διαταραχές της αναπαραγωγικής υγείας. Ωστόσο, ο βαθμός κινδύνου εξαρτάται από το είδος της ουσίας, τη δόση και τη διάρκεια της έκθεσης.
Η αναφορά στους περιβαλλοντικούς παράγοντες δεν σημαίνει ότι μπορεί να αποδοθεί η υπογονιμότητα ενός συγκεκριμένου ζευγαριού στην ατμοσφαιρική ρύπανση χωρίς εξατομικευμένη ιατρική διερεύνηση.
Κάπνισμα, αλκοόλ και παχυσαρκία επηρεάζουν τη γονιμότητα
Ο ειδικός αναφέρθηκε επίσης στις καθημερινές συνήθειες που μπορούν να επιβαρύνουν την αναπαραγωγική υγεία.
Το κάπνισμα, η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, η παχυσαρκία, η κακή διατροφή και η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας συγκαταλέγονται στους παράγοντες που ενδέχεται να μειώσουν τις πιθανότητες σύλληψης.
Ο κ. Πολύζος επισήμανε ότι η επίδραση αυτών των συνηθειών μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία όταν το ζευγάρι βρίσκεται ήδη σε ηλικία κατά την οποία η αναπαραγωγική ικανότητα έχει αρχίσει να μειώνεται.
Για τον λόγο αυτό, πριν από την έναρξη μιας προσπάθειας εξωσωματικής γονιμοποίησης, συστήνεται η βελτίωση των καθημερινών συνηθειών και η αντιμετώπιση παραγόντων που μπορούν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα.
Η διακοπή του καπνίσματος, η ισορροπημένη διατροφή, η διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους και ο περιορισμός του αλκοόλ αποτελούν σημαντικές παρεμβάσεις για τη γενικότερη υγεία και την αναπαραγωγική λειτουργία.
Πόσο επηρεάζει το άγχος την πιθανότητα εγκυμοσύνης;
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης εξετάστηκε και ο ρόλος του ψυχολογικού στρες.
Ο γιατρός αναγνώρισε ότι το άγχος μπορεί να επηρεάσει τη διαδικασία προσπάθειας για σύλληψη, διευκρίνισε όμως ότι δεν πρέπει να θεωρείται αυτόματα η αιτία κάθε περιστατικού υπογονιμότητας.
Όπως εξήγησε, συχνά το άγχος χρησιμοποιείται ως εύκολη εξήγηση, με αποτέλεσμα να παραβλέπονται άλλοι παράγοντες που χρειάζονται ιατρική αξιολόγηση.
Η συναισθηματική πίεση που βιώνουν τα ζευγάρια μπορεί να είναι μεγάλη, ιδιαίτερα όταν οι προσπάθειες για εγκυμοσύνη παρατείνονται.
Ωστόσο, η ψυχολογική υποστήριξη δεν υποκαθιστά τον έλεγχο πιθανών ορμονικών, ανατομικών ή ανδρικών αιτίων.
Πότε πρέπει ένα ζευγάρι να απευθυνθεί σε ειδικό;
Ένα από τα σημαντικότερα πρακτικά ζητήματα που αναλύθηκαν ήταν το χρονικό διάστημα μετά το οποίο συνιστάται η διερεύνηση της υπογονιμότητας.
Ο Παναγιώτης Πολύζος εξήγησε ότι, για γυναίκες κάτω των 35 ετών, η ιατρική αξιολόγηση συστήνεται συνήθως όταν δεν έχει επιτευχθεί εγκυμοσύνη μετά από 12 μήνες τακτικών σεξουαλικών επαφών χωρίς αντισύλληψη.
Για γυναίκες ηλικίας 35 ετών και άνω, το διάστημα αυτό μειώνεται στους έξι μήνες.
Πότε χρειάζεται έλεγχος γονιμότητας
12 μήνες
Γυναίκες κάτω των 35 ετώνΤακτικές επαφές χωρίς αντισύλληψη, χωρίς επίτευξη εγκυμοσύνης.
6 μήνες
Γυναίκες 35 ετών και άνωΣυντομότερη αξιολόγηση λόγω της επίδρασης της ηλικίας στη γονιμότητα.
Σε ηλικία άνω των 40 ετών ή όταν υπάρχουν γνωστοί παράγοντες κινδύνου, όπως διαταραχές ωορρηξίας, ενδομητρίωση ή ιστορικό βλάβης των σαλπίγγων, η εκτίμηση μπορεί να χρειάζεται νωρίτερα.
Ο γιατρός εξήγησε ότι η πιθανότητα σύλληψης σε έναν φυσιολογικό κύκλο δεν είναι δεδομένη, ακόμη κι όταν δεν υπάρχουν γνωστά προβλήματα γονιμότητας.
Στη συνέντευξη ανέφερε ως ενδεικτικό ποσοστό πιθανότητας σύλληψης το 20% έως 25% ανά κύκλο υπό ευνοϊκές συνθήκες.
Αυτό εξηγεί γιατί η εγκυμοσύνη δεν επιτυγχάνεται απαραίτητα από τον πρώτο ή τον δεύτερο μήνα προσπάθειας.
Οι σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις μπορούν να προκαλέσουν προβλήματα
Στη δεύτερη ενότητα της εκπομπής, ο Παναγιώτης Πολύζος απάντησε σε σειρά ερωτήσεων σχετικά με διαδεδομένους μύθους για την υπογονιμότητα.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις, οι οποίες μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να επηρεάσουν τη μελλοντική αναπαραγωγική ικανότητα.
Στις γυναίκες, ορισμένες λοιμώξεις μπορούν να προκαλέσουν φλεγμονή στην πύελο και βλάβες στις σάλπιγγες, αυξάνοντας τον κίνδυνο δυσκολίας σύλληψης.
Στους άνδρες, λοιμώξεις ή φλεγμονώδεις καταστάσεις του γεννητικού συστήματος μπορούν επίσης να επηρεάσουν τη λειτουργία του αναπαραγωγικού συστήματος.
Η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση των λοιμώξεων έχει επομένως ιδιαίτερη σημασία.
Φυσιολογική περίοδος δεν σημαίνει πάντοτε φυσιολογική ωορρηξία
Ο γιατρός ξεκαθάρισε ότι ένας σταθερός εμμηνορρυσιακός κύκλος αποτελεί συνήθως θετική ένδειξη για τη λειτουργία της ωορρηξίας, χωρίς όμως να την εγγυάται σε κάθε κύκλο.
Μια γυναίκα μπορεί να εμφανίζει σχετικά σταθερή περίοδο και παρ’ όλα αυτά να υπάρχουν διαταραχές που επηρεάζουν την ωορρηξία.
Η αξιολόγηση γίνεται με βάση το ιστορικό, τα συμπτώματα και, όταν χρειάζεται, εξειδικευμένες εξετάσεις.
Επιπλέον, υπογραμμίστηκε η σημασία της σωστής χρονικής κατανομής των σεξουαλικών επαφών.
Το γόνιμο παράθυρο περιλαμβάνει τις ημέρες που προηγούνται της ωορρηξίας και την ίδια την ημέρα της ωορρηξίας. Οι επαφές κατά το διάστημα αυτό αυξάνουν τις πιθανότητες σύλληψης.
Αναβολικά και φάρμακα: Κίνδυνος για την ποιότητα του σπέρματος
Ο Παναγιώτης Πολύζος αναφέρθηκε και στη λήψη αναβολικών ουσιών, ιδιαίτερα από άνδρες που επιδιώκουν αύξηση της μυϊκής τους μάζας.
Όπως τόνισε, τα αναβολικά μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές διαταραχές στην παραγωγή σπερματοζωαρίων, μειώνοντας τον αριθμό τους και επηρεάζοντας τη γονιμότητα.
Η χρήση εξωγενούς τεστοστερόνης μπορεί επίσης να καταστείλει τη φυσιολογική παραγωγή σπέρματος.
Ο ειδικός επισήμανε ότι απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στα φάρμακα και στις ουσίες που λαμβάνονται χωρίς επαρκή ιατρική παρακολούθηση.
Η ενδομητρίωση μπορεί να υπάρχει ακόμη και χωρίς έντονα συμπτώματα
Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφιερώθηκε στην ενδομητρίωση, μία χρόνια γυναικολογική πάθηση που μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα.
Ο κ. Πολύζος εξήγησε ότι η πάθηση δεν προκαλεί πάντοτε έντονα συμπτώματα και επομένως μπορεί να υπάρχει χωρίς να έχει προηγουμένως διαγνωστεί.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ενδομητρίωση διαπιστώνεται κατά τη διερεύνηση δυσκολίας σύλληψης.
Η αντιμετώπισή της εξαρτάται από την ηλικία της γυναίκας, τα συμπτώματα, τη βαρύτητα της νόσου και τον οικογενειακό προγραμματισμό.
Η λαπαροσκόπηση αποτελεί διαγνωστική και θεραπευτική επιλογή σε επιλεγμένες περιπτώσεις, αλλά δεν είναι απαραίτητη για κάθε γυναίκα με υποψία ενδομητρίωσης.
Μπορεί ένα ζευγάρι να εμφανίσει υπογονιμότητα αφού έχει ήδη αποκτήσει παιδί;
Ένας ακόμη μύθος που εξετάστηκε στην εκπομπή είναι η αντίληψη ότι η απόκτηση ενός παιδιού αποκλείει οποιοδήποτε πρόβλημα γονιμότητας στο μέλλον.
Ο γιατρός διευκρίνισε ότι αυτό δεν ισχύει.
Η λεγόμενη δευτεροπαθής υπογονιμότητα εμφανίζεται όταν ένα ζευγάρι αντιμετωπίζει δυσκολία σύλληψης παρότι έχει προηγηθεί τουλάχιστον μία εγκυμοσύνη.
Οι λόγοι μπορεί να σχετίζονται με την ηλικία, με αλλαγές στη γενική υγεία ή με νέους παράγοντες που επηρεάζουν την αναπαραγωγική λειτουργία ενός από τους δύο συντρόφους.
Η μεγάλη παγίδα της αναμονής
Ο Παναγιώτης Πολύζος στάθηκε ιδιαίτερα στις περιπτώσεις ζευγαριών που καθυστερούν για χρόνια να ζητήσουν ιατρική βοήθεια.
Όπως ανέφερε, δεν είναι σπάνιο να προσέρχονται στο ιατρείο ζευγάρια που προσπαθούν επί πέντε χρόνια να αποκτήσουν παιδί χωρίς να έχουν προηγουμένως προχωρήσει στον απαραίτητο έλεγχο.
Η καθυστέρηση αυτή μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη όταν η γυναίκα βρίσκεται σε μεγαλύτερη αναπαραγωγική ηλικία.
Ο χρόνος αποτελεί καθοριστικό παράγοντα, επειδή ορισμένες αιτίες υπογονιμότητας μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικότερα όταν εντοπιστούν εγκαίρως.
Υπογονιμότητα και δημογραφικό πρόβλημα
Στο τελευταίο μέρος της συνέντευξης, ο γυναικολόγος συνέδεσε το ζήτημα της υπογονιμότητας με τη δημογραφική συρρίκνωση της χώρας.
Υποστήριξε ότι η συνεχής μετάθεση της τεκνοποίησης σε μεγαλύτερες ηλικίες αποτελεί έναν από τους παράγοντες που επηρεάζουν την οικογενειακή δημιουργία.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η μείωση των γεννήσεων στην Ελλάδα καθιστά αναγκαία μια ευρύτερη συζήτηση για την αναπαραγωγική υγεία και τον οικογενειακό προγραμματισμό.
Πρέπει, ωστόσο, να διακρίνεται η βιολογική υπογονιμότητα από τη γενικότερη μείωση των γεννήσεων, η οποία επηρεάζεται επίσης από οικονομικές, κοινωνικές και δημογραφικές συνθήκες.
Το μήνυμα του ειδικού: Έγκαιρη ενημέρωση και όχι αναβολή της διερεύνησης
Ολοκληρώνοντας τη συνέντευξή του στο ΝΕΟ 103,3, ο Παναγιώτης Πολύζος υπογράμμισε τη σημασία της σωστής ενημέρωσης για τη γονιμότητα, της πρόληψης και της έγκαιρης αναζήτησης εξειδικευμένης ιατρικής βοήθειας.
Η ηλικία, η ποιότητα των ωαρίων και του σπέρματος, οι καθημερινές συνήθειες και ορισμένοι περιβαλλοντικοί παράγοντες συνθέτουν ένα πολύπλοκο σύνολο επιδράσεων, οι οποίες πρέπει να αξιολογούνται εξατομικευμένα.
Το σημαντικότερο συμπέρασμα της συζήτησης είναι ότι η υπογονιμότητα αφορά το ζευγάρι και όχι αποκλειστικά τη γυναίκα. Η παράλληλη διερεύνηση και των δύο συντρόφων, η έγκαιρη διάγνωση και η κατάλληλη ιατρική καθοδήγηση μπορούν να αποτρέψουν την απώλεια πολύτιμου χρόνου.
Η σύγχρονη αναπαραγωγική ιατρική διαθέτει σημαντικές διαγνωστικές και θεραπευτικές δυνατότητες, χωρίς όμως να μπορεί να εγγυηθεί την επίτευξη εγκυμοσύνης σε κάθε περίπτωση.
Το άρθρο βασίζεται στη συνέντευξη του μαιευτήρα – γυναικολόγου Παναγιώτη Πολύζου στην εκπομπή «Όλα για την Υγεία Μου» του ΝΕΟ 103,3. Οι ιατρικές διευκρινίσεις αποδίδουν το περιεχόμενο της συζήτησης και δεν υποκαθιστούν εξατομικευμένη ιατρική συμβουλή.





