Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, ανακοίνωσε πως υπέβαλε την παραίτησή της και θα αποχωρήσει από την ηγεσία της ΕΚΤ στις 7 Φεβρουαρίου του 2027.
Η αποχώρηση της Λαγκάρντ έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη εισέρχεται σε φάση αυξανόμενης οικονομικής αστάθειας και έντονης εκλογικής πόλωσης. Και οι δύο παράγοντες υπήρξαν καθοριστικοί για την απόφαση της.
Η θητεία της Λαγκάρντ ήταν προγραμματισμένο να ολοκληρωθεί στα τέλη Οκτωβρίου του 2027, ωστόσο η πρόωρη αποχώρησή της δίνει τη δυνατότητα στους σημερινούς ηγέτες της ΕΕ να επιλέξουν τον «εκλεκτό» τους για το «θρόνο» της ΕΚΤ, πριν από τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, στις οποίες η ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν εμφανίζεται ως το ακλόνητο φαβορί. Η νίκη της θα περιέπλεκε τη επιλογή του διαδόχου της Λαγκάρντ και για αυτό αποφασίστηκε η επίσπευση των διαδικασιών.
Ο νέος επικεφαλής της ΕΚΤ θα κληθεί να αντιμετωπίσει τις ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις από την ενεργειακή κρίση, την οποία πυροδότησε ο πόλεμος στο Ιράν, αλλά και να διαχειριστεί την «βόμβα» της απότομης ανόδου των αποδόσεων των ομολόγων, ιδιαίτερα στη Γαλλία, που απειλεί να προκαλέσει μια νέα κρίση χρέους στην Ευρώπη, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού.
«Αποχωρώ από αυτόν τον θεσμό με την αίσθηση ότι έχει γίνει καλή δουλειά και ότι η ΕΚΤ είναι έτοιμη για το μέλλον», δήλωσε η Λαγκάρντ σε σύντομο βίντεο που δημοσίευσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Σύμφωνα με πηγές που μίλησαν στο Reuters, η Λαγκάρντ παραιτήθηκε και για έναν ακόμη λόγο: Να παρέμβει στις πολιτικές εξελίξεις στην πατρίδα της, στη Γαλλία, καθώς ως πρόεδρος της ΕΚΤ όφειλε να τηρεί μια ουδέτερη στάση, διαφυλάσσοντας την ανεξαρτησία του θεσμού.
Ποιοι είναι οι πιθανοί διάδοχοι της Λαγκάρντ
Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, ανέφερε σε ανακοίνωσή του ότι η διαδικασία αναζήτησης διαδόχου της Λαγκάρντ θα αρχίσει αμέσως. Οι πρώην διοικητές των κεντρικών τραπεζών της Ολλανδίας και της Ισπανίας, Κλάας Κνοτ και Πάμπλο Ερνάντεθ ντε Κος, θεωρούνται ευρέως οι επικρατέστεροι υποψήφιοι.
«Οι δύο που ακούγονται ως πιθανοί διάδοχοι είναι πολύ ικανοί και καταξιωμένοι κεντρικοί τραπεζίτες, οπότε για τις αγορές δεν θα έχει ιδιαίτερη σημασία ποιος θα αναλάβει», δήλωσε στο Reuters ο Πιτ Χέινς Κρίστιανσεν, οικονομολόγος της Danske Bank.
Οι αγορές σε στάση αναμονής
Οι χρηματοπιστωτικές αγορές δεν παρουσίασαν σημαντικές μεταβολές μετά την ανακοίνωση της παραίτησης Λαγκάρντ. Αναλυτές ανέφερε πως η ΕΚΤ έχει πλέον οικοδομήσει ένα κύρος ως θεσμός που υπερβαίνει τη θητεία οποιουδήποτε επικεφαλής της.
«Η ΕΚΤ είναι πλέον ένας αρκετά εδραιωμένος θεσμός και η αγορά γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί», δήλωσε ο Σάιμον Ντάνγκουρ, επικεφαλής μακροοικονομικών επενδύσεων σταθερού εισοδήματος της Goldman Sachs. «Εκτιμούμε ότι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ως θεσμός πιθανότατα θα διατηρηθεί και μετά τη Λαγκάρντ και θα παραμείνει σε μεγάλο βαθμό ο ίδιος, όποιος κι αν αναλάβει».
Ανάμεσα στον επίμονο πληθωρισμό, που τροφοδοτείται από τη νέα άνοδο του ενεργειακού κόστους, και στην επιδείνωση των συνθηκών χρηματοδότησης, η ΕΚΤ αναμένεται να διατηρήσει το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,5%, ενώ πιθανή παραμένει μια νέα αύξηση, ενδεχομένως από τον Δεκέμβριο.
«Πιθανότατα δεν θα χρειαστούν πολλά για να αποφασιστεί ακόμη μία αύξηση τον Δεκέμβριο, δεδομένης της πιθανότητας νέας ανοδικής αναθεώρησης της πρόβλεψης της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό λόγω των υψηλότερων τιμών ενέργειας», δήλωσε ο Όλιβερ Ράκαου της Oxford Economics.
Οι αγορές χρήματος προεξοφλούν αυτή τη στιγμή άλλες τρεις αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ έως το τέλος του επόμενου έτους, οι οποίες θα οδηγούσαν το επιτόκιο καταθέσεων στο 3,25%, επίπεδο που θεωρείται ευρέως ότι περιορίζει την οικονομική ανάπτυξη.
Στο επίκεντρο η Γαλλία
Στη Γαλλία, οι επενδυτές ανησυχούν ολοένα περισσότερο για το αυξανόμενο βάρος του χρέους της χώρας και τις αβέβαιες δημοσιονομικές προοπτικές μετά τις φετινές εκλογές. Το κόστος δανεισμού της χώρας έχει εκτοξευτεί το τελευταίο διάστημα, με αποτέλεσμα το Παρίσι να πληρώνει πλέον αποδόσεις που αγγίζουν τα υψηλά της τελευταίας 25ετίας για να αντλήσει κεφάλαια από τις αγορές, ενώ η πρόσθετη απόδοση που απαιτούν οι επενδυτές για να διακρατούν γαλλικό χρέος, σε σύγκριση με τα γερμανικά ομόλογα αναφοράς, είναι μεγαλύτερη από εκείνη οποιασδήποτε άλλης χώρας της ευρωζώνης.
Αυτό έχει τροφοδοτήσει εικασίες ότι η ΕΚΤ ενδέχεται να αναγκαστεί να αντιδράσει, έστω και μόνο λεκτικά προς το παρόν. «Συνήθως – μέχρι σήμερα – καταλήγουν στη δημιουργία ενός νέου εργαλείου, προσαρμοσμένου στις εκάστοτε συγκεκριμένες συνθήκες», εκτίμησε ο Ντάνγκουρ της Goldman Sachs.
Η πρώτη γραμμή άμυνας της ΕΚΤ πιθανότατα θα ήταν η ευέλικτη επανεπένδυση των εσόδων από ομόλογα που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο των εκτεταμένων προγραμμάτων αγοράς περιουσιακών στοιχείων της προηγούμενης δεκαετίας. Πέραν αυτού, θα μπορούσε να ενεργοποιήσει το Εργαλείο Προστασίας της Μετάδοσης της Νομισματικής Πολιτικής (TPI), το οποίο δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ μέχρι σήμερα και έχει σχεδιαστεί για να αντιμετωπίζει πιέσεις της αγοράς που οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής κρίνουν αδικαιολόγητες.
Πηγή: ieidiseis.gr





