*Γράφει ο Γιώργος Σύρος, ιστορικός
Στον αρχαίο οικισμό των Αμφανών στον λόφο του Σωρού στον Βόλο μετέβημεν με τον φιλίστορα κάτοχο της ιστοσελίδας «Αncient Greek Civilization» Γιώργο Γεροντόπουλο. Πάμε στο ιστορικό κομμάτι:
Νοτίως του Βόλου ορθώνεται ο κωνικός λόφος «Σωρός», επί του οποίου φέρεται να ιδρύθησαν τον 6ο π.Χ., σύμφωνα με τις τελευταίες έρευνες, οι Αμφαναῖ. Αν και η πόλη φαίνεται να ανεδύθη στα αρχαϊκά έτη, ο ιδρυτικός μύθος επεκτείνει την ιστορία των Αμφανών πίσω στην αχλή της μυθικής εποχής. Κατά τον Ευριπίδη, οικιστής των Αμφανών υπήρξε ο Κύκνος, ο υιός του Άρεως. Αφού κατέστησε την πόλη έδρα του μυθικού του βασιλείου του, ο διαβόητος ημίθεος υποχρέωνε τους διερχομένους να αγωνιστούν μαζί του σε αθλητικά δρώμενα μέχρι θανάτου.
Οι Αμφαναῖ ήταν αρχαία παραλιακή πόλη, μεταξύ των πόλεων των Παγασών (απείχε από αυτήν μόλις δύο χιλιόμετρα) και του ακρωτηρίου της Πύρρας, δίπλα δηλαδή από το σημερινό Αγκίστρι και φέρεται ότι ανήκε στην τετράδα Πελασγιώτιδα. Η φυσική θέση της πόλεως επιβεβαιώνει την ονομασία της, αφού η λέξη «αμφαναῖ» παραπέμπει στο επίθετο «αμφίφανος», αυτός δηλαδή που φαίνεται και από τις δύο πλευρές. Από την αρχαϊκή πόλη έχουν διασωθεί τα κυκλικά τείχη, οι πύλες και ο διάδρομος της ακροπόλεως.
Ο Ναός του Απόλλωνος Παγασαίου
Εκτός των τειχών των Αμφανών υπήρχε – από την αρχαϊκή εποχή – ναός αφιερωμένος στον Απόλλωνα, ο οποίος συνιστούσε θεμελιώδους σημασίας λατρευτικό κέντρο της περιοχής. Διέθετε δέκα λίθινες βάσεις ενώ οι εσωτερική του κιονοστοιχία ήταν μάλλον ξύλινη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ανακαλυφθέντα αναθήματα του ιερού, όπως βάθρα, κίονες, ενώ κάτω από το δάπεδο του πρόναου εντοπίστηκαν χάλκινα τιμαλφή όπως ένας λύχνος από πηλό κλασσικής περιόδου. Εντύπωση προκαλούν ωστόσο μια σχετικώς ογκώδης μαρμάρινη ανάγλυφη αναθηματική στήλη και μαρμάρινοι ανδριάντες ιερών παίδων. Στο ιερό ανετέθη από άγνωστο δρομέα, νικητή των Παναθηναϊκών Αγώνων της Αθήνας, το βραβείο των Αγώνων: ένας Παναθηναϊκός Αμφορεύς!
Η πόλη φαίνεται να εγκατελήφθη και να έσβησε τον 3ο αιώνα π.Χ., συμπέρασμα το οποίο εξάγεται από την αξιολόγηση των πλούσιων κτερισμάτων των ταφικών μνημείων, στα βορειοδυτικά της αρχαίας πόλεως. Προφανώς η παρακμή και η ερήμωση των Αμφανών σχετίζεται με την ίδρυση της Δημητριάδος το 293 π.Χ. από τον περίφημο Δημήτριο τον Πολιορκητή, τον υιό του στρατηγού Αντιγόνου του Μονόφθαλμου. Οι κάτοικοι των Αμφανών μετεφέρθησαν βαθμηδόν στην διπλανή Δημητριάδα.
Ο Ηρακλής παλεύει με τον Κύκνο στις Παγασές
Η πάλη του Ηρακλέους με τον Κύκνο εντός του ιερού άλσους του Παγασαίου Απόλλωνος συνιστά το πιο σημαντικό πάρεργο του ημιθέου στην περιοχή της Μαγνησίας. Kαθώς ο Ηρακλής ευρίσκετο στην Ίτωνα της Όθρυος δέχθηκε την πρόσκληση του Κύκνου σε αγώνα πάλης[1]. Κατά τον Ευριπίδη, ο υιός του Άρεως Κύκνος κατοικούσε στις ακτές του Πηλίου, και συγκεκριμένα στις Παγασές, κοντά στις πηγές του ποταμού Αναύρου, στον σημ. Ξηριά. Γι’ αυτό άλλωστε και η περιοχή ήταν γνωστή ως Κυκνίτις.
«Τὴν τε Πηλιάδ᾿ ἀκτήν Ἀναύρου παρά πηγάς, Κύκνον δὲ ξενοδαΐκταν…»
Ευριπίδης, Ηρακλής μαινόμενος, 389 – 393
Πλησίον των Παγασών υπήρχε το ιερό του Παγασαίου Απόλλωνος.Ο Κύκνος με τον πατέρα του τον θεό Άρη είχαν καταλάβει τον ιερό τόπο του Απόλλωνος, εμποδίζοντας τους κατοίκους των Παγασών να ασκούν τις λατρευτικές τους συνήθειες.Προσκαλούσε δε τους περαστικούς σε αθλητικούς αγώνες μέχρι θανάτου και στην συνέχεια τους αποκεφάλιζε, με σκοπό να ανεγείρει με τα κρανία τους ναό αφιερωμένο στον πατέρα του. Ο ημίθεος υιός του Διός πορεύθηκε προς τις Παγασές, με σκοπό να τιμωρήσει τους καταπατητές. Ο Κύκνος του έκλεισε τον δρόμο με το άρμα του και ο Ηρακλής του είπε να παραμερίσει. Ο υιός του Άρεως αρνήθηκε και ο φοβερός αγώνας μόλις άρχισε. Η πάλη μεταξύ Ηρακλέους και Κύκνου καταλαμβάνει υψηλή θέση στην αρχαϊκή τέχνη· περίφημο είναι ψευδο-ησιόδειο έργο Ἀσπὶς Ἡρακλέους, όπουαναφέρεται με αριστοτεχνικό τρόπο η πάλη μεταξύ των δύο ημιθέων. Εντυπωσιάζει δε η περιγραφή της πολεμικής εξαρτύσεως του Υπερήρωος:
Ο Ηρακλής φορούσε περικνημίδες από λαμπρό ορείχαλκο,
δώρο του Ηφαίστου και θώρακα χρυσό δώρο της Αθηνάς.
Είχε ξίφος, χάλκινο δόρυ και φαρέτρα στην πλάτη του.
Το κεφάλι του Ηρακλέους κάλυπτε περικεφαλαία από αδάμαντα,
ενώ κρατούσε την περίφημη πολυποίκιλτη ασπίδα
από ελεφαντόδοντο που κανείς δεν έσπασε ή έσκισε.
Τόσο σφοδρός ήταν ο αγώνας μεταξύ του υιού του Άρεως και του υιού του Διός που ταράχτηκαν συθέμελα οι Παγασαί και η Ιωλκός και η χώρα των Μυρμιδόνων. Σπεύδοντας να βοηθήσει τον υιό του, ο Άρης όρμησε στην μάχη. Ωστόσο παρενέβη η Αθηνά, θυμίζοντας στον θεό του πολέμου ότι οι Μοίρες έχουν ήδη αποφασίσει τον θάνατο του Κύκνου. Μάλιστα η θεά προστάτευσε τον Ηρακλή από το δόρυ του, ενώ ο Ηρακλής κατάφερε να τραυματίσει τον θεό στον μηρό. Ο Άρης αναγκάσθηκε να αποσυρθεί στον Όλυμπο. Ο Ηρακλής εν τέλει σκότωσε τον Κύκνο, ο οποίος ενταφιάστηκε σε αυτή την περιοχή. Ωστόσο η επιτύμβια στήλη του Κύκνου έγινε …αόρατη, λόγω της ορμής των υδάτων του ποταμού Αναύρου, τα οποία παρέσυραν τον τάφο του εναγούς βασιλέως.
«τοῦ δέ τάφον καί σῆμ᾿ ἀιδές ποίησεν Ἄναυρος
ὄμβρῳ χειμερίῳ πλήθων»
Ἀσπὶς Ἡρακλέους, 472 – 478
[1] Κατά την διάρκεια των «Άθλων» του τύχαιναν διάφορα επεισόδια ή εμπόδια. Τα κατορθώματα αυτά μεταξύ των Άθλων καλούνται «πάρεργα». Το επεισόδιο του Κύκνου από τον Ηρακλή ανήκει στα «πάρεργα» του Ήρωα.








