Του Άγγελου Αγραφιώτη, Συμβούλου Διαχείρισης Κρίσεων, Υποψηφίου Βουλευτή ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ Μαγνησίας
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ανησυχητικό φαινόμενο. Το τελευταίο διάστημα, κινητοποιήσεις νέων, κοινωνικές διαμαρτυρίες και βίαια επεισόδια καταγράφονται σε διαφορετικές ευρωπαϊκές πόλεις.
Το βράδυ της 31ης Οκτωβρίου, το κύμα αυτό έφτασε και στην Ελβετία. Στη Ζυρίχη και στη Βασιλεία εκατοντάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν με το σύνθημα «Ως εδώ – και στην Ελβετία!», παραπέμποντας στις κινητοποιήσεις στη Γαλλία.
Στη Ζυρίχη σημειώθηκαν σοβαρά επεισόδια. Οδοφράγματα πυρπολήθηκαν, καταστράφηκαν περιουσίες και αστυνομικοί δέχθηκαν επιθέσεις. Οι δυνάμεις ασφαλείας απάντησαν με υδροβόλα και άλλα μέσα καταστολής.
Η Ελβετία, μια χώρα συνδεδεμένη με την οικονομική ευημερία, τη σταθερότητα και την οργάνωση, βρέθηκε έτσι στο επίκεντρο εικόνων έντονης κοινωνικής σύγκρουσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι κινητοποιήσεις έχουν τα ίδια αίτια ή ότι κάθε βίαιη ενέργεια εκφράζει ένα γνήσιο κοινωνικό αίτημα.
Σημαίνει όμως ότι η πολιτική και κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να εκδηλωθεί ακόμη και σε χώρες που θεωρούνται υποδείγματα σταθερότητας.
Και εδώ γεννιέται ένα κρίσιμο ερώτημα: Μήπως οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν ολοένα περισσότερο τις εκδηλώσεις της κοινωνικής κρίσης, χωρίς να δίνουν την απαιτούμενη προσοχή στις αιτίες της;
Η γενιά που εργάζεται αλλά δεν μπορεί να ζήσει
Σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων, η οικονομική ανεξαρτησία εξελίσσεται σε δύσκολο εγχείρημα.
Οι χαμηλές αποδοχές σε σχέση με το κόστος ζωής, η επισφαλής εργασία, οι υψηλές τιμές κατοικίας και η αβεβαιότητα για το μέλλον δημιουργούν συνθήκες έντονης κοινωνικής πίεσης.
Η Eurostat κατέγραψε τον Σεπτέμβριο του 2026 ανεργία νέων 15,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, τα στοιχεία για τη στέγαση αποτυπώνουν ιδιαίτερα σημαντικές δυσκολίες σε αρκετές χώρες.
Εκατομμύρια νέοι Ευρωπαίοι δυσκολεύονται να σχεδιάσουν τη ζωή τους, να δημιουργήσουν οικογένεια ή να εξασφαλίσουν μια ανεξάρτητη κατοικία.
Η οικονομική ανασφάλεια συχνά συνοδεύεται από άγχος, απογοήτευση και ψυχική εξάντληση.
Μια κοινωνία δεν μπορεί να θεωρείται πραγματικά επιτυχημένη όταν η νέα γενιά της χρειάζεται να αγωνίζεται καθημερινά ακόμη και για τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις μιας αξιοπρεπούς ζωής.
Ο πολίτης δεν πληρώνει φόρους για να εισπράττει αδιαφορία
Ας εξετάσουμε το ζήτημα από μια διαφορετική οπτική.
Ο πολίτης πληρώνει φόρους. Καταβάλλει ασφαλιστικές εισφορές. Συμμορφώνεται με τους νόμους. Εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του απέναντι στην πολιτεία.
Τι δικαιούται να απαιτεί ως αντάλλαγμα;
Αποτελεσματική διακυβέρνηση, ασφάλεια, υγεία, παιδεία, οικονομικές ευκαιρίες και ένα περιβάλλον στο οποίο θα μπορεί να ζει με αξιοπρέπεια.
Όταν οι κυβερνητικές πολιτικές δεν κατορθώνουν να διασφαλίσουν αυτές τις προϋποθέσεις, η απογοήτευση συσσωρεύεται.
Όταν η απογοήτευση μετατρέπεται σε αγανάκτηση, οι πολίτες βγαίνουν στους δρόμους.
Και όταν βγαίνουν στους δρόμους, η απάντηση της πολιτείας δεν μπορεί να εξαντλείται στην κινητοποίηση των δυνάμεων καταστολής.
Γιατί τα γκλομπ δεν μειώνουν τα ενοίκια. Τα δακρυγόνα δεν αυξάνουν τους μισθούς. Και τα υδροβόλα δεν δημιουργούν θέσεις εργασίας.
Ελλάδα: «Δεν είσαι φτωχός, απλώς αισθάνεσαι φτωχός!»
Και μέσα σε αυτή την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, η Ελλάδα αποτελεί μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική περίπτωση της απόστασης που μπορεί να χωρίζει την επίσημη κυβερνητική αφήγηση από την καθημερινή εμπειρία των πολιτών.
Από τη μία πλευρά, προβάλλονται οικονομικοί δείκτες, αναπτυξιακές επιδόσεις, επενδύσεις και δημοσιονομικά αποτελέσματα.
Από την άλλη, υπάρχει ο πολίτης που πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ και μετράει τα ευρώ. Ο εργαζόμενος που βλέπει μεγάλο μέρος του μισθού του να εξαφανίζεται στο ενοίκιο. Ο συνταξιούχος που δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις βασικές ανάγκες του. Ο νέος που εργάζεται αλλά εξακολουθεί να εξαρτάται οικονομικά από τους γονείς του.
Και ανάμεσα σε αυτές τις δύο πραγματικότητες αναπτύσσεται ένα επικίνδυνο χάσμα.
Το 2025, σύμφωνα με τη Eurostat, το 27,5% του ελληνικού πληθυσμού βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Την ίδια χρονιά, το 26,4% του πληθυσμού διέμενε σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης ξεπερνούσε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος.
Πρόκειται για πραγματικούς κοινωνικούς δείκτες, όχι για υποκειμενικές εντυπώσεις.
Και όμως, όταν η κυβερνητική επικοινωνία δίνει μεγαλύτερη έμφαση στους θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες απ’ ό,τι στις καθημερινές δυσκολίες, δημιουργείται στους πολίτες η εντύπωση ότι τους λένε περίπου το εξής:
«Δεν είσαι φτωχός. Απλώς αισθάνεσαι φτωχός!»
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία του προβλήματος.
Δεν μπορεί ο πολίτης να βλέπει την αγοραστική του δύναμη να εξανεμίζεται και να αισθάνεται ότι αντιμετωπίζεται με επικοινωνιακά τεχνάσματα.
Δεν μπορεί να δυσκολεύεται να πληρώσει το ενοίκιό του και να εισπράττει ως απάντηση από υπουργό, πανηγυρισμούς για την πορεία της οικονομίας.
Και κυρίως, δεν μπορεί να εκφράζει την αγωνία του και να αντιμετωπίζεται με ειρωνεία, απαξίωση ή αλαζονεία από εκείνους που έχουν αναλάβει την ευθύνη να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.
Η αλαζονεία στην άσκηση της εξουσίας, είτε εκδηλώνεται με απαξιωτικές δηλώσεις είτε με την άρνηση αναγνώρισης πραγματικών προβλημάτων, μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά επικίνδυνη.
Γιατί ο πολίτης μπορεί να αντέξει προσωρινά μια οικονομική δυσκολία. Εκείνο που δυσκολεύεται πολύ περισσότερο να ανεχθεί είναι να αισθάνεται ότι η πολιτική εξουσία δεν αναγνωρίζει καν τη δυσκολία του.
Η φτώχεια δεν είναι επικοινωνιακό πρόβλημα που λύνεται με μια καλοστημένη τηλεοπτική εμφάνιση. Ούτε η ακρίβεια εξαφανίζεται επειδή ένας υπουργός παρουσιάζει έναν ευνοϊκό οικονομικό δείκτη.
Η πραγματικότητα δεν καθορίζεται από τις δηλώσεις των υπουργών. Καθορίζεται και από το τι απομένει στο πορτοφόλι του πολίτη στο τέλος του μήνα.
Και από την πλευρά της διαχείρισης κρίσεων, υπάρχει κάτι ακόμη πιο σοβαρό:
Όταν η πολιτική εξουσία αμφισβητεί ή υποβαθμίζει την εμπειρία του πολίτη, η οικονομική δυσαρέσκεια μπορεί να μετατραπεί σε βαθιά θεσμική δυσπιστία.
Αυτό είναι ένα προειδοποιητικό σημάδι που καμία κυβέρνηση δεν πρέπει να υποτιμά.
Η βία δεν δικαιολογείται. Ούτε όμως η αυθαιρεσία.
Οφείλουμε να είμαστε απολύτως ξεκάθαροι.
Οι λεηλασίες, οι εμπρησμοί, οι επιθέσεις εναντίον ανθρώπων και οι καταστροφές ιδιωτικής περιουσίας δεν δικαιολογούνται από κανένα κοινωνικό αίτημα.
Ο μικροεπιχειρηματίας που βλέπει το κατάστημά του να καταστρέφεται δεν ευθύνεται για τις οικονομικές πολιτικές μιας κυβέρνησης.
Αντιστοίχως, όμως, η άσκηση του δικαιώματος της ειρηνικής διαμαρτυρίας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απειλή για το κράτος.
Η αστυνομία οφείλει να προστατεύει τη δημόσια ασφάλεια και τους πολίτες, ενεργώντας μέσα στα όρια της νομιμότητας και της αναλογικότητας.
Η καταστολή παράνομων και βίαιων ενεργειών είναι θεμιτή υποχρέωση της πολιτείας.
Η γενικευμένη αντιμετώπιση, όμως, της κοινωνικής διαμαρτυρίας ως προβλήματος δημόσιας τάξης μπορεί να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη αποξένωση των πολιτών από τους θεσμούς.
Το μεγαλύτερο λάθος στη διαχείριση κρίσεων
Ως ζήτημα διαχείρισης κρίσεων, η σημερινή κοινωνική αναταραχή στην Ευρώπη θέτει ένα πολύ συγκεκριμένο πρόβλημα.
Οι κρίσεις δεν αρχίζουν τη στιγμή που εμφανίζεται η πρώτη φωτιά στους δρόμους.
Αρχίζουν πολύ νωρίτερα.
Αρχίζουν όταν τα προειδοποιητικά σημάδια αγνοούνται, όταν οι κοινωνικές ανισότητες εντείνονται, όταν η εμπιστοσύνη στους θεσμούς υποχωρεί και όταν οι πολίτες παύουν να πιστεύουν ότι η πολιτική μπορεί να βελτιώσει τη ζωή τους.
Η αστυνομία δεν σχεδιάζει την οικονομική πολιτική. Δεν καθορίζει τους μισθούς, δεν διαμορφώνει τη στεγαστική πολιτική και δεν ευθύνεται για τις αποφάσεις που λαμβάνονται στα κυβερνητικά γραφεία.
Καλείται όμως να αντιμετωπίσει, στο πεδίο, τις συνέπειες μιας κοινωνικής έντασης που ενδεχομένως θα μπορούσε να είχε προληφθεί.
Η αποτελεσματική διαχείριση μιας κοινωνικής κρίσης δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην καταστολή. Προϋποθέτει πολιτική πρόληψη, κοινωνικό διάλογο, λογοδοσία και ουσιαστικές παρεμβάσεις.
Η κοινωνική ειρήνη δεν επιβάλλεται με τη βία
Τα γεγονότα της Ζυρίχης, της Βασιλείας και άλλων ευρωπαϊκών πόλεων πρέπει να εξεταστούν με σοβαρότητα.
Δεν αποτελούν όλα μέρος ενός ενιαίου κινήματος και δεν έχουν αναγκαστικά ταυτόσημα αιτήματα. Ωστόσο, η διάδοση κοινών συνθημάτων και μορφών κινητοποίησης δείχνει ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να διαπερνά εθνικά σύνορα.
Οι κυβερνήσεις οφείλουν να αναρωτηθούν όχι μόνο πώς θα αποτρέψουν τις καταστροφές, αλλά και πώς θα αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η δημοκρατική νομιμοποίηση δεν εξαντλείται στην εκλογική διαδικασία. Απαιτεί συνεχή λογοδοσία, αποτελεσματικότητα και σεβασμό προς τον πολίτη.
Η κοινωνική ειρήνη δεν είναι η σιωπή μιας κοινωνίας που φοβάται να διαμαρτυρηθεί. Είναι το αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που αισθάνεται ότι ακούγεται και ότι οι θεσμοί λειτουργούν προς όφελός της.
Και υπάρχει ένα τελευταίο ερώτημα που οι πολιτικές ηγεσίες οφείλουν να θέσουν στον εαυτό τους:
Όταν οι πολίτες πληρώνουν για να έχουν ένα κράτος που τους υπηρετεί, αλλά αισθάνονται ότι το κράτος δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για τη διάρρηξη αυτής της σχέσης εμπιστοσύνης;
Γιατί μια κυβέρνηση μπορεί να διαλύσει μια συγκέντρωση.
Μπορεί να αποκαταστήσει την κυκλοφορία και να απομακρύνει τα οδοφράγματα.
Δεν μπορεί όμως να αποκαταστήσει με γκλομπ την εμπιστοσύνη που έχει χαθεί.





