Την ανάγκη επανεξέτασης της περιβαλλοντικής καταλληλότητας και της ασφάλειας της σχεδιαζόμενης εγκατάστασης αιολικών σταθμών στο Νότιο Πήλιο υπό το πρίσμα των επιπτώσεων της πρόσφατης κακοκαιρίας που έπληξε την περιοχή, αναδεικνύει με κοινοβουλευτική του Ερώτηση προς τους Υπουργούς Περιβάλλοντος & Ενέργειας και Κλιματικής Κρίσης & Πολιτικής Προστασίας ο Βουλευτής Μαγνησίας Αλέξανδρος Μεϊκόπουλος.
«Οι νέες πλημμυρικές καταστροφές της 28ης Οκτωβρίου στον Πλατανιά, τη Μηλίνα και το Χόρτο, με υπερχειλίσεις χειμάρρων, πλημμυρισμένες κατοικίες και επιχειρήσεις και σοβαρές ζημιές στις υποδομές επαναφέρουν με τον πιο επιτακτικό τρόπο το ζήτημα της ασφάλειας μιας περιοχής που εξακολουθεί να δοκιμάζεται από ακραία καιρικά φαινόμενα, τρία χρόνια μετά τις καταστροφικές κακοκαιρίες Daniel και Elias. Το Πήλιο διαθέτει ιδιαίτερα γεωλογικά χαρακτηριστικά που καθιστούν κρίσιμη τη διατήρηση της φυσικής του ισορροπίας. Η σχιστολιθική σύσταση των πετρωμάτων, σε συνδυασμό με τις έντονες κλίσεις, ευνοεί την εκδήλωση διαβρωτικών και κατολισθητικών φαινομένων. Παράλληλα, η φυσική βλάστηση του βουνού διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη συγκράτηση των εδαφών, στη σταθερότητα των πρανών και στη ρύθμιση της απορροής των υδάτων.
Σε αυτό ακριβώς το ευαίσθητο φυσικό περιβάλλον σχεδιάζεται η εγκατάσταση εννέα ανεμογεννητριών, ύψους περίπου 180 μέτρων, συνολικής ισχύος 47,70 MW, στις θέσεις «Πετρογούρνα», «Σταυρός» και «Ψηλή Ράχη» του Δήμου Νοτίου Πηλίου. Η περιβαλλοντική αδειοδότηση των αιολικών σταθμών έχει ήδη εγκριθεί. Το ιδιαίτερα ανησυχητικό, ωστόσο, είναι ότι για την υλοποίηση των έργων προβλέπονται κατασκευαστικές παρεμβάσεις συνολικής έκτασης περίπου 177 στρεμμάτων. Πρόκειται για παρεμβάσεις μεγάλης κλίμακας, που περιλαμβάνουν αποψιλώσεις, εκσκαφές, επιχωματώσεις, ισοπεδώσεις, διαμορφώσεις πλατειών εγκατάστασης, διανοίξεις νέων δρόμων και διαπλατύνσεις υφιστάμενων προσβάσεων. Με άλλα λόγια, για την εγκατάσταση των ανεμογεννητριών απαιτείται εκτεταμένη αλλοίωση της φυσικής μορφολογίας του βουνού. Η απομάκρυνση της βλάστησης και η διατάραξη των εδαφικών σχηματισμών μπορούν να αποσταθεροποιήσουν τα πρανή και να ενισχύσουν τη διάβρωση. Την ίδια στιγμή, οι τσιμεντοστρώσεις και οι συμπαγείς επιφάνειες περιορίζουν τη φυσική διήθηση του νερού, αυξάνοντας την επιφανειακή απορροή και την ταχύτητα συγκέντρωσης των υδάτων. Σε περίπτωση έντονων βροχοπτώσεων, οι μεταβολές αυτές ενδέχεται να επιβαρύνουν περαιτέρω τους χειμάρρους, τα ρέματα και τους οικισμούς που βρίσκονται κατάντη των εγκαταστάσεων», ανέφερε ο Βουλευτής.
Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Μεϊκόπουλο, οι κίνδυνοι δεν αφορούν μόνο τη μελλοντική λειτουργία των αιολικών σταθμών, αλλά και την ίδια την περίοδο κατασκευής τους, όταν θα πραγματοποιούνται οι εκτεταμένες εκσκαφές, αποψιλώσεις και διαμορφώσεις του εδάφους. «Μετά τις καταστροφές του Daniel και τις νέες πλημμύρες, δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε ως μια απλή τεχνική παρέμβαση την αποψίλωση, τις εκσκαφές και την ισοπέδωση 177 στρεμμάτων σε ένα γεωλογικά ευάλωτο βουνό. Το Πήλιο έχει ήδη δείξει πόσο ευάλωτο είναι απέναντι στις ακραίες βροχοπτώσεις. Δεν είναι δυνατόν να προχωρούν έργα τέτοιας κλίμακας χωρίς να έχει αποδειχθεί επιστημονικά ότι δεν θα επιδεινώσουν τους κινδύνους για τους οικισμούς και τις υποδομές της περιοχής», υπογράμμισε ο Βουλευτής.
Με την κοινοβουλευτική του παρέμβαση, ζητά από τα συναρμόδια Υπουργεία να διευκρινίσουν εάν έχουν αξιολογηθεί επαρκώς η κατολισθητική επικινδυνότητα, η επίδραση των κατασκευαστικών παρεμβάσεων στις υδρολογικές λεκάνες και οι σωρευτικές επιπτώσεις των έργων σε συνθήκες ακραίων βροχοπτώσεων. Παράλληλα, ζητά να μην ξεκινήσει καμία κατασκευαστική εργασία πριν από την ολοκλήρωση και αξιολόγηση νέων, ανεξάρτητων και επικαιροποιημένων μελετών. Τέλος, καλεί το Υπουργείο Περιβάλλοντος & Ενέργειας να επανεξετάσει την περιβαλλοντική καταλληλότητα της χωροθέτησης και τη σχετική Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων, εξετάζοντας το ενδεχόμενο ανάκλησης ή τροποποίησής της, εφόσον διαπιστωθεί ότι δεν διασφαλίζεται η γεωλογική και αντιπλημμυρική ασφάλεια της περιοχής.





