Νέα διάσταση στη συζήτηση γύρω από το σχεδιαζόμενο έργο πλωτού τερματικού σταθμού υγροποιημένου φυσικού αερίου (FSRU) στον Παγασητικό δίνει η απόφαση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας να μην εγκρίνει τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του έργου.
Με αφορμή την εξέλιξη αυτή, ο ναυτιλιακός οικονομολόγος και διευθύνων σύμβουλος της XRTC Business Consultants LTD, Γιώργος Ξηραδάκης, επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη απόφαση υπερβαίνει τα όρια μιας τυπικής διοικητικής διαδικασίας, καθώς επηρεάζει τόσο τον ενεργειακό σχεδιασμό της χώρας όσο και τη συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο προωθούνται οι μεγάλες επενδύσεις στις τοπικές κοινωνίες.
Ο ίδιος εκτιμά ότι το έργο είχε ουσιαστικά απολέσει την κοινωνική του αποδοχή πολύ πριν ολοκληρωθεί η περιβαλλοντική αξιολόγηση. Όπως αναφέρει, από την έναρξη του σχεδιασμού του δεν υπήρξε επαρκής και οργανωμένη ενημέρωση των πολιτών σχετικά με τη λειτουργία ενός FSRU, τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, τους πιθανούς κινδύνους αλλά και τα οφέλη που θα μπορούσε να αποφέρει σε τοπικό και εθνικό επίπεδο.
Κατά τον κ. Ξηραδάκη, η έλλειψη έγκυρης και τεκμηριωμένης πληροφόρησης άφησε χώρο στην καχυποψία και την ανησυχία των κατοίκων, με αποτέλεσμα η δημόσια αντιπαράθεση να εξελιχθεί χωρίς να διαμορφωθεί ένας ουσιαστικός διάλογος βασισμένος στα επιστημονικά δεδομένα.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι η ευθύνη δεν αφορά αποκλειστικά τον φορέα της επένδυσης, αλλά και την Πολιτεία, η οποία –όπως σημειώνει– οφείλει να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην ενημέρωση και τη διαβούλευση με τις τοπικές κοινωνίες όταν πρόκειται για έργα που χαρακτηρίζονται στρατηγικής σημασίας. Όπως επισημαίνει, η κοινωνική συναίνεση δεν επιτυγχάνεται μέσω διοικητικών αποφάσεων, αλλά μέσα από διαφάνεια, αξιοπιστία και συνεχή διάλογο.
Ο κ. Ξηραδάκης επισημαίνει ακόμη ότι δεν θα πρέπει να επικρατούν ακραίες προσεγγίσεις γύρω από τις εγκαταστάσεις LNG. Σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία, τα έργα αυτά δεν θεωρούνται εκ φύσεως ιδιαίτερα επιβαρυντικά για το περιβάλλον, ωστόσο δεν στερούνται περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Για τον λόγο αυτό, όπως αναφέρει, απαιτούνται αυστηρές προδιαγραφές, συνεχής παρακολούθηση και αποτελεσματικός έλεγχος, ώστε η επιστημονική τεκμηρίωση να προηγείται τόσο των πολιτικών αποφάσεων όσο και της δημόσιας αντιπαράθεσης.
Αναφερόμενος στη συνολική ενεργειακή στρατηγική της Ελλάδας, υπογραμμίζει ότι η χώρα εξακολουθεί να επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο της ως ενεργειακού κόμβου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, με τις υποδομές LNG να αποτελούν βασικό στοιχείο αυτής της πολιτικής. Ωστόσο, σημειώνει ότι στο εξής οι μεγάλες επενδύσεις δεν θα αξιολογούνται μόνο με οικονομικά και τεχνικά κριτήρια, αλλά και από τον βαθμό αποδοχής που εξασφαλίζουν από τις τοπικές κοινωνίες.
Κλείνοντας, ο Γιώργος Ξηραδάκης τονίζει ότι η ενεργειακή μετάβαση, η προστασία του περιβάλλοντος και η αναπτυξιακή προοπτική δεν είναι αντικρουόμενοι στόχοι, αλλά παράμετροι που πρέπει να συνυπάρχουν. Όπως αναφέρει, η εξεύρεση ισορροπίας ανάμεσα στις τρεις αυτές ανάγκες αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει η χώρα τα επόμενα χρόνια.





