ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΩΡΑ
Λήψη άρθρων...
Header Scripts Init

Καμία άλλη χώρα δεν μπορεί να αποφασίσει για την Ελλάδα

Δημοσίευση

Θέλεις να βλέπεις τα νέα του
thenewspaper.gr πρώτα στη Google;
Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου:

Πρόσθεσε το thenewspaper.gr
στα αγαπημένα σου στη Google

Σε μια κρίσιμη προειδοποίηση για την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων και τις επιπτώσεις της παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου στην εξωτερική πολιτική προχωρά ο Ευάγγελος Βενιζέλος, επισημαίνοντας ότι καμία συμμαχία, όσο σημαντική και αν είναι, δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις πολιτικές και διπλωματικές πρωτοβουλίες που οφείλει να αναλάβει η ίδια η Ελλάδα.
Με άρθρο του στην εφημερίδα «Το Βήμα της Κυριακής» (1/11), υπό τον τίτλο «Η προεκλογική δοκιμασία της εθνικής στρατηγικής», ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών εξετάζει τις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας υπό το πρίσμα των διεθνών ανακατατάξεων, των αμυντικών συνεργασιών και των εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων.

Παράλληλα, αποτιμά την παρέμβαση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για το τουρκολυβικό μνημόνιο, χαρακτηρίζοντάς την σημαντική, αλλά ξεκαθαρίζοντας ότι δεν συνιστά προσφυγή αντίστοιχη με εκείνη της Ελλάδας το 1976.
Βενιζέλος: Οι συμμαχίες και τα ελληνοτουρκικά
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος τοποθετεί το Κυπριακό και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις στο επίκεντρο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής κατά τα τελευταία 52 χρόνια, ανατρέχοντας στις ιστορικές εξελίξεις από την Ελληνική Επανάσταση και τη Συνθήκη της Λωζάνης έως το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974.
Κατά την ανάλυσή του, η σημερινή διεθνής συγκυρία καθίσταται ακόμη πιο περίπλοκη εξαιτίας της κρίσης της Δύσης και των διαρκών δοκιμασιών στις σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις ΗΠΑ.
Αναδεικνύει, μάλιστα, μια θεμελιώδη αντίφαση στην ελληνική αμυντική στρατηγική: Ενώ η χώρα συμμετέχει στο ΝΑΤΟ, η βασική απειλή που καθορίζει επί δεκαετίες τις αμυντικές δαπάνες και τους εξοπλισμούς της προέρχεται από την Τουρκία, η οποία είναι επίσης μέλος της Συμμαχίας.
Στο πλαίσιο αυτό, εκφράζει προβληματισμό για την εντύπωση ότι διμερείς ή τριμερείς συνεργασίες θα μπορούσαν να προσφέρουν στην Ελλάδα εγγυήσεις τις οποίες δεν έχουν εξασφαλίσει μέχρι σήμερα η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. ή η στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ.
Αναφερόμενος ειδικότερα στη συνεργασία Ελλάδας και Ισραήλ στον τομέα της άμυνας, καθώς και στην προμήθεια της αντιαεροπορικής «Ασπίδας του Αχιλλέα», υπογραμμίζει ότι πρόκειται για επιλογή εθνικής ασφάλειας, συμβατή με τον νατοϊκό σχεδιασμό και όχι για αντιτουρκική κίνηση.
Αυτό, ωστόσο, δεν συνεπάγεται ότι το Ισραήλ μπορεί να αναλάβει τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Αντίστοιχα, η συμμετοχή επιχειρήσεων γαλλικών συμφερόντων στο σχέδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ δεν σημαίνει ότι η Γαλλία μπορεί να αναλάβει τον χειρισμό των ελληνικών ζητημάτων που αφορούν τις θαλάσσιες ζώνες.
Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών επισημαίνει ότι τόσο το Ισραήλ όσο και η Γαλλία διαμορφώνουν τις σχέσεις τους με την Τουρκία βάσει των δικών τους στρατηγικών συμφερόντων.
Τι λέει για το τουρκολυβικό μνημόνιο
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο Ευάγγελος Βενιζέλος στο τουρκολυβικό μνημόνιο και στις δυνατότητες αντιμετώπισής του μέσα από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.
Εξετάζοντας την προοπτική επέκτασης της συμφωνίας μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου, που υπογράφηκε το 2020, σημειώνει ότι μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν επιθυμητή, υπό την προϋπόθεση της τήρησης της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Υπενθυμίζει, πάντως, ότι η Λιβύη διατύπωσε το 2025 αντιρρήσεις για την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία, ενώ ήδη από το 2019 είχε καλέσει τις χώρες που αμφισβητούν νομικά το τουρκολυβικό μνημόνιο να προσφύγουν στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Η παρέμβαση Μητσοτάκη στον ΟΗΕ
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος χαρακτηρίζει σημαντική την παρέμβαση του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, την Πέμπτη (29/10), κατά τη συνεδρίαση για τις αναδυόμενες τεχνολογίες και τη θαλάσσια ασφάλεια, όπου παρουσιάστηκαν οι ελληνικές θέσεις για το τουρκολυβικό μνημόνιο.
Διευκρινίζει, ωστόσο, ότι επρόκειτο για εθνική παρέμβαση της Ελλάδας στο πλαίσιο της ελληνικής προεδρίας του Συμβουλίου και όχι για επίσημη προσφυγή με αίτημα την έκδοση ψηφίσματος.
Για να αναδείξει τη διαφορά, παραπέμπει στο 1976, όταν η Ελλάδα προσέφυγε στο Συμβούλιο Ασφαλείας και εκδόθηκε το ψήφισμα 395, το οποίο καλούσε την Αθήνα και την Άγκυρα σε αυτοσυγκράτηση, αποκλιμάκωση και επανάληψη των απευθείας διαπραγματεύσεων, επισημαίνοντας παράλληλα τη δυνατότητα αξιοποίησης διεθνών δικαστικών διαδικασιών.
Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών υποστηρίζει ότι η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιεί τις συμμαχίες της χωρίς να θεωρεί πως άλλες χώρες μπορούν να αναλάβουν για λογαριασμό της κρίσιμες αποφάσεις, όπως την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ με την Τουρκία ή τη διαχείριση μιας ενδεχόμενης στρατιωτικής έντασης.
Η χώρα, όπως τονίζει, πρέπει να διαθέτει όχι μόνο αμυντική αλλά και πολιτική και διπλωματική ετοιμότητα, με το πολιτικό προσωπικό διατεθειμένο να αναλάβει το κόστος των αποφάσεων που απαιτούνται.
Η προεκλογική δοκιμασία της εθνικής στρατηγικής
Στο καταληκτικό μέρος του άρθρου του, ο Ευάγγελος Βενιζέλος συνδέει άμεσα τις προκλήσεις της εξωτερικής πολιτικής με το εγχώριο προεκλογικό κλίμα.
Επανέρχεται στο λεγόμενο «σύνδρομο Ζυρίχης – Λονδίνου», με το οποίο περιγράφει τον ιστορικά διαμορφωμένο φόβο ανάληψης μεγάλων πρωτοβουλιών στα εθνικά θέματα, εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο αποτιμήθηκαν οι συμφωνίες που οδήγησαν στη δημιουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960.
Κατά την εκτίμησή του, ο φόβος αυτός υπερβαίνει την εκλογική σκοπιμότητα και συνδέεται με την αγωνία των πολιτικών ηγεσιών για τον τρόπο με τον οποίο θα κριθούν ιστορικά οι αποφάσεις τους.
Προειδοποιεί, τέλος, ότι η ένταση της παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου περιορίζει τις δυνατότητες ουσιαστικής συζήτησης και ευρύτερης συναίνεσης για την εθνική στρατηγική.
Η κεντρική του επισήμανση είναι ότι οι διεθνείς εξελίξεις δεν προσαρμόζονται στους ρυθμούς της εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης, γεγονός που καθιστά αναγκαία την προετοιμασία της χώρας για κρίσιμες αποφάσεις, ακόμη και όταν οι πολιτικές συνθήκες δεν ευνοούν τον δημόσιο διάλογο.

Πηγή: ieidiseis.gr